Η ποιητική συλλογή Θαλασσογραφίες της Ευρωπίας Χατζηανδρέου είναι μια λιτή αλλά βαθιά συναισθηματική καταγραφή εικόνων, σκέψεων και βιωμάτων που αντλούν την έμπνευσή τους από τη θάλασσα, τη μνήμη και την εσωτερική περιπλάνηση. Με λόγο εσωτερικό και εικόνες που λειτουργούν ως σημεία αναφοράς ενός προσωπικού ταξιδιού, η θάλασσα μετατρέπεται σε χώρο δοκιμασίας, απώλειας και αυτογνωσίας.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η ποιήτρια μιλά για τη γέννηση της συλλογής, τα θεματικά και συναισθηματικά νήματα που τη διατρέχουν, τη βαθιά προσωπική της σχέση με τη θάλασσα, αλλά και για τον ρόλο της εικόνας και του συναισθήματος στη διαδικασία της γραφής. Μέσα από τις απαντήσεις της, ξεδιπλώνεται ένα ποιητικό σύμπαν όπου ο έρωτας, η μνήμη και ο χρόνος συνυπάρχουν, καλώντας τον αναγνώστη σε μια ήσυχη αλλά ουσιαστική αναμέτρηση με τον εαυτό του.
Οι Θαλασσογραφίες γεννήθηκαν από μια εσωτερική ανάγκη επιστροφής. Όχι απαραίτητα σε έναν τόπο, αλλά σε καταστάσεις, πρόσωπα και συναισθήματα που δεν έκλεισαν ποτέ οριστικά. Η θάλασσα λειτούργησε ως κοινός τόπος μνήμης και απώλειας, ως χώρος όπου μπορούσαν να συνυπάρξουν ο έρωτας, η νοσταλγία, η ματαίωση και η επιθυμία για λύτρωση. Τα ποιήματα γράφτηκαν σαν μικρές στάσεις ενός ταξιδιού, άλλοτε συνειδητού κι άλλοτε αναπόφευκτου.
Κεντρικά νήματα της συλλογής είναι ο έρωτας που δεν ολοκληρώθηκε, η μνήμη που επιμένει, η μοναξιά, αλλά και η διαρκής αναμέτρηση με τον χρόνο. Υπάρχει μια συνεχής ταλάντωση ανάμεσα στο όνειρο και τη διάψευσή του, ανάμεσα στην ανάγκη για ουσιαστική επαφή και την αποδοχή της απώλειας. Παράλληλα, διατρέχει τη συλλογή μια υπόγεια αγωνία αυτογνωσίας: τι κρατάμε, τι αφήνουμε πίσω και τι είναι αυτό που μας καθορίζει τελικά.
Η σχέση μου με τη θάλασσα είναι βαθιά προσωπίκη. Δεν αποτελεί τόπο ανάπαυσης ή φυγής, αλλά χώρο δοκιμασίας. Είναι εκεί όπου τα συναισθήματα φουσκώνουν, συγκρούονται και, άλλοτε, καταλαγιάζουν. Με τη θάλασσα δεν μπορείς να συμφιλιωθείς· συνομιλώ μαζί της, τη φοβάμαι, την εμπιστεύομαι και συχνά της επιστρέφω ό,τι δεν μπορώ αλλιώς να αντέξω.Στην ποίησή μου η θάλασσα δεν λειτουργεί ως φόντο, αλλά ως ζωντανή παρουσία. Παίρνει τον ρόλο της μνήμης, της απώλειας, της επιθυμίας και του ορίου. Εκεί ξεβράζονται έρωτες που δεν ολοκληρώθηκαν, όνειρα που βυθίστηκαν, αλλά και μια επίμονη ανάγκη για κάθαρση. Είναι ο χώρος όπου η ψυχή εκτίθεται, χωρίς άμυνες, και αναγκάζεται να κοιτάξει τον εαυτό της όπως είναι. Αν υπάρχει μια σταθερά στη γραφή μου, είναι αυτή η επιστροφή στη θάλασσα ως καθρέφτη του εσωτερικού μου κόσμου.
Για μένα η εικόνα και το συναίσθημα είναι αξεχώριστα, με αφετηρία πάντα το συναίσθημα. Από μια εσωτερική ένταση, κάτι που με βαραίνει ή επιμένει χωρίς λόγια, γεννιούνται οι εικόνες. Δεν τις πλάθω συνειδητά· αναδύονται ως τρόπος να αποκτήσει μορφή αυτό που δεν μπορεί αλλιώς να ειπωθεί.Στη γραφή, το συναίσθημα μετασχηματίζεται, βρίσκει ρυθμό και φωνή. Η ποίηση, για μένα, δεν είναι καταγραφή συναισθημάτων, αλλά ένας τρόπος να τα κατανοώ και να συμφιλιώνομαι μαζί τους μέσα από τις λέξεις.
Θα ήθελα ο αναγνώστης να νιώσει ότι τα ποιήματα αυτά τον αφορούν. Ότι μέσα τους μπορεί να συναντήσει δικές του μνήμες, έρωτες που δεν ολοκληρώθηκαν, σιωπές που συνεχίζει να κουβαλά. Αν το βιβλίο λειτουργήσει σαν ένας ήσυχος τόπος αναγνώρισης, τότε θα έχει πετύχει τον σκοπό του.

