Κείμενο της Χριστίνας Γιαβάσογλου

Ας μιλήσουμε για τοίχους. Τοίχους καθιστικού κατά προτίμηση. Λευκούς κατά παραγγελία. Μεγαλειώδεις τοίχοι. Είναι εκεί πάντα στο ύψος τους, παντογνώστες. Ακούν τις βαριές και τις γλυκές κουβέντες, κρίνουν σιωπηλά και μετά δικάζουν. Είτε σε πνίγουν, είτε σ’αφήνουν να αναπνεύσεις .

Ζουν αυτά τα ντουβάρια και τρέφονται με τα χνώτα μας και όταν η ταχύπνοια μας τη στήνει, εκείνα έχουν το καλύτερο γεύμα τους. Θεριεύουν και δεν μπορούμε να αντέξουμε το βάρος τους. Μην είμαστε όμως άδικοι, υπάρχουν φορές που σταθήκαμε πάνω τους για να μην πέσουμε και μας δέχτηκαν. Άλλοτε κι όλες ήταν τόσος ο οίκτος τους που μας αγκάλιασαν και μας ημέρεψαν και μας άφησαν να προβάλουμε πάνω τους ό,τι μας ζει .

Ο λευκός τοίχος προσφέρεται για τέτοιες προβολές, μία απ’τις μαγείες του. Τρέχει πάνω του το πρόσωπο εκείνου, οι θάλασσες που πέσαμε, το βουνό που πατάγαμε μ’ευγνωμοσύνη, γέλια και δάκρυα, γέλια μέχρι δακρύων, τα παντοτινά πρόσωπα, η εκκλησία στην άκρη του δρόμου, οι φωνές, τ’αγγίγματα ακόμα.

Έπειτα έχει ιδιαίτερη σχέση με τον ήλιο. Τον αντανακλά τριγύρω, κάνει πιο περιποιημένες τις φυσικές σκιές και τρομάζει τούτη η ασπρίλα τις αφύσικες σκιές μας. Είναι ας πούμε μια ασπίδα εφόσον υπάρχει πάνω τους και ένα παράθυρο.

Έχει παρεξηγηθεί το άσπρο στον τοίχο, ίσως επειδή το καταχράστηκαν οι γιατροί και οι Ναζί στα κλουβιά τους. Μα ας είμαστε λίγο επιεικείς με τους παρεξηγημένους αυτού του κόσμου.

Οι τοίχοι ξέρουν πολλά και ξέρουν μέσα σ’αυτά και την αλήθεια. Ξέρουν τις μουρμούρες σου, το δίκιο σου, το τραγούδι που λες και λέει πάντα περισσότερα. Σε προστατεύουν, όσο και να τους ζορίζεις δε θα σε πλακώσουν, μπορεί να σου ανταποδώσουν αλλά όχι να σε πλακώσουν. Εσύ έχεις ματώσει τα χέρια σου πάνω τους, εκείνοι ποτέ. Μην βάζετε πάνω τους λοιπόν το χρώμα που σας καμουφλάρει καλά σαν το δέρμα του χαμαιλέοντα, αφήστε το λευκό για μια φορά να κάνει τη δουλειά του.

(Visited 25 times, 1 visits today)