Δεκέμβρης 1944. Ο Μάνος Χατζιδάκις μόλις 20 χρονών κρατάει σημειώσεις, όπως έκανε αρκετά συχνά και τα επόμενα χρόνια. Όπως έχει γίνει γνωστό ετοίμαζε ένα βιβλίο που είχε σκοπό να εκδώσει με δικές του ημερολογιακές σημειώσεις. Κάποιες προφανώς τις πρόσθεσε αργότερα, ενώ κάποιες άλλες τις έγραφε σε πραγματικό χρόνο. Τα παρακάτω αποσπάσματα με τη μορφή ημερολογίου προέρχονται από το ανέκδοτο ακόμη βιβλίο.

 

  • 3 Δεκεμβρίου 1944
Αδερφοσύνη, αισθήματα, συνθήματα, αντιδράσεις: πάμφθηνα εμπορεύματα χυμένα στα πεζοδρόμια, μαζί 
μ' αληθινό αίμα αληθινά κορμιά νεανικά, αληθινά στόματα ανθρώπων που κραυγάζουν. 
Απ’ τη μεριά την άλλη. Οργάνωση, πειθαρχία, σκοπιμότης: η Τάξις. 
Άνισος αγώνας. 
Διαισθάνομαι ένα παιχνίδι πιο μεγάλο από τ’ ανάστημά μου. 
Οι Ιερείς κι από τις δυο μεριές, μονοπωλούσαν τον Χριστό κι εξασφαλίζαν την συνδρομή του, οι μεν για το 
Έθνος και οι άλλοι για τον Λαό,  
Μέσα μου ρώτησα: Γιατί χωρίζουν το Έθνος από τον Λαό;
Σε ποιους συμφέρει αυτό;  
Γιατί τον σκίζουν τον Χριστό στα δυό;  
Γιατί δεν τον αφήνουν πάνω στον Σταυρό Του τραγικά να μας κοιτά;  
Με ποιους αλήθεια είν' ο Χριστός;  
«Με σένα», ακούω μια φωνή πλάι να με χαϊδεύει. 
«Είμαι πάντα μ' αυτούς που ερωτούν».  
Κι έτσι χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα απ’ τη φωτιά μέσα στο σπίτι μου.
  • Απρίλης 1945

Φεύγω για να γνωρίσω τη χώρα που με γέννησε. Με την ιδέα μεθώ, έχοντας την αγωνία της μάνας μου φυλαχτό, την δύναμή και την δροσιά ενός αητού στα μάτια, τον έρωτα και την θερμότητα δέκα γενέων καλά προφυλαγμένα στη καρδιά μου, ξεκινώ. Καθώς ξεχύνομαι στις πεδιάδες και στα μικρά χωριά που συναντώ, βρίσκω καλύβες πιο ζεστές απ’ το δικό μου σπίτι, μάτια παιδιών πιο δροσερά και πιο παρθενικά από τα δικά μου, γέρους σοφώτερους απ’ τα προβλήματά μου. Τα δέντρα τρέχουν, τα βουνά αλλάζουν  όψη και πλευρά, τα σύρματα είτε σπασμένα είτε στητά χωρίζουν τον ορίζοντα σ’ ατέλειωτες λεωφόρους κ’ εγώ μεσ’ στα ποτάμια να πηδώ, κι άλλα βουνά κι άλλα χωριά να προσπερνώ και μεθυσμένος, να κυλώ στον ουρανό. Ιδού ο χώρος ο Ελληνικός. Τόσο μακρύς και τόσο απέραντα μικρός.

  • 20 Αυγούστου 1930

Το δειλινό χρυσώνει τον ορίζοντα κι εγώ στον κήπο μοναχός κατ’ απ’ τις βελανιδιές ακούω τον ήχο απ’ το κουδούνι του Ντελλάλη που προσκαλεί τους θεατές για την αποψινή παράσταση του Καραγκιόζη.  Όλα βυθίζονται μες στη σιωπή, βουρκώνουνε τα μάτια μου, κι αρχίζω ένα κλάμα ατελείωτο ίσαμε που η νύχτα ηρέμησε τον κήπο, τα πουλιά κι εμένα.

 

  • Τρίτη 23 Οκτωβρίου 1925

Στις 10 το βράδυ γεννήθηκα.  Απόψε δεν είχα καιρό ν’ ακούσω μουσική. Έπρεπε να γνωρίσω την μητέρα μου και τον πατέρα μου.

 

Πηγή: musicpaper

(Visited 28 times, 1 visits today)