Πολύχρωμες λαμπερές πούλιες, μέσα σε ένα ψάθινο μικρό πανέρι. Το κρατούσε- όχι πολύ σφιχτά-με τα δυο της χεράκια. Περπατούσε χοροπηδώντας και σκορπίζοντας τη γιορτινή ασημόσκονη ολόγυρα. Μοίραζε άθελά της την υπέροχη φαντασία της, με το χαμόγελό της. Με το χαμόγελο των ματιών της. Λευκό φουστανάκι με πιέτες και λουλουδένια κεντήματα. Έφτιαχνε χάρτινα καραβάκια με τόση ηρεμία, καθισμένη στον άβολο και ψηλό – για τα μέτρα της- καναπέ του πλοίου. Τόσο γαλήνιες οι κινήσεις των χεριών της και τέτοια η τρικυμία στο μυαλουδάκι της.

Αρκετά ανέμελη για την ηλικία της. Δε βιαζόταν να μεγαλώσει. Είχε δεθεί με τους όρκους που είχε δώσει στην ατσάλινη πειθαρχία των ειδώλων της, να μη ξελογιαστεί ποτέ από ανθρώπινες υποσχέσεις. Όμορφο να ακούς, όμορφο και να βλέπεις. Οι άνθρωποι μιλούν γιατί θέλουν να ακούνε και ακούν γιατί έχουν ανάγκη να πιστεύουν. Άσχημο να μη μπορείς να πιστέψεις και επίπονο να θέλεις να ακούς παρόλα αυτά.

Πράσινο αστέρι η καρδιά της. Με ταχύτητες φλεγόμενου κομήτη τύλιγε τον κόσμο γύρω της. Πίστευε στο πάντα, στα πάντα και στο τίποτα. Στην αιώνια μοναχική θλίψη και στην ατέρμονη χαρά του δευτερολέπτου. Είχε μείνει στάχτη και λάβα στα τοιχώματα του στέρνου της μεγαλώνοντας. Σα να είχε καεί κάποια στιγμή στο μέλλον από τα ίδια της τα λόγια. Τα ίδια της τα πιστεύω. Διψούσε για λέξεις. Για λέξεις που θα πότιζαν το – από λάθος χειρισμό- καμένο τοπίο του είναι της.  Κυπαρισσί σε χρώμα που έμοιαζε με μαύρο.

Να ακούει ψάχνοντας κάτι να πιστέψει. Να πιστέψει χωρίς να φοβάται να ξανακαεί. Δε φοβόταν το ολοκαύτωμα της πυρκαγιάς που χορεύει επιδεικτικά τινάζοντας τις πύρινες φορεσιές του. Φοβόταν πιότερο τη στάχτη που θα έμπαινε στα μάτια της στο φύσημα του πρώτου Λίβα και τα καμένα απομεινάρια του ενθουσιώδους κόπου της. Της πολύμοχθης εκείνης προσπάθειας να βρει στους γύρω της τον κόσμο που ονειρευόταν.

«Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν» ηχεί δυνατά με μπάσα χροιά και σταθερή από την εμπειρία των χρόνων φωνή. «Προσποιούνται για λίγο, κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους όσο το αντέχουν, όμως δεν αλλάζουν. Το ανθρώπινο τομάρι είναι βαρύ. Δεν αφήνει περιθώριο να ανανεωθεί το μέσα μας.»

Αρκετά αντιδραστική για τον υπάκουο και συνετό χαρακτήρα της δοκίμασε πολλές φορές να αποδείξει το αντίθετο, σκοντάφτοντας κάθε φορά στην πλάνη της προσπάθειάς της. Κάθε αποτυχία έμοιαζε με πετροβόλημα στα γόνατα από μικρά, σκονισμένα και βρώμικα χαλίκια. Πόνος οξύς, όμως υποφερτός. Από τους πόνους που κρατάνε λίγο, αλλά αφήνουν σημάδια. Σε κάθε προσπάθεια να φτιάξει τους ανθρώπους, ένα κομμάτι του εαυτού της δινόταν ολοκληρωτικά, με την ιδεαλιστική αφέλεια ενός ερωτευμένου και την πατριωτική τόλμη ενός πολεμιστή. Κάθε ήττα δε στοίχιζε τίποτα παραπάνω από ένα  βήμα πιο μακριά από τα όμορφα ιδεώδη της, μια πτώση από τα ροδαλά νέφη των ονείρων της. Και κάθε φορά η πτώση ήταν απότομη. Σε σημείο που άρχισε να φοβάται τα ύψη. Οι πληγές της έπρεπε να κλείσουν και η πίεση του καυτού αέρα δεν τις άφηνε.

 «Μεγάλωσες πια, μάθε να προστατεύεσαι!»

 Μαθαίνει κανείς να φυλάγεται εύκολα;

«Είναι όμορφος ο κόσμος γιατί προσπαθείς να τον αλλάξεις; Θα κουραστείς και θα απογοητευτείς αν προσπαθείς να αλλάζεις τους ανθρώπους. Δε θα γίνουν όπως τους θες. Θα ξοδευτείς και θα τρομάξεις. Ψάξε για σένα καλύτερα. Φτιάξε τον εαυτό σου πρώτα. Μετά διάλεγε ανθρώπους σαν και τα λουλούδια, βάλε τα σε έναν κήπο, στον κήπο της καρδιάς σου, φρόντιζέ τα, να ανθίζουν όσο πιο συχνά μπορούν και να θυμάσαι πώς αν τυχόν μαραθούν, δεν έφταιγες μόνο εσύ. Δεν ευδοκιμούν όλα τα φυτά στο ίδιο έδαφος, στο ίδιο κλίμα.»

Μαρία Μούσχουρου

23899242_1502363549832965_1459458497_n.jpg

 

 

i Travel Poetry

Advertisements