Υπάρχει ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: η αυτοκτονία.

Αν κρίνουμε πως η ζωή αξίζει να τη ζει ή να μην τη ζει κανείς, απαντούμε στο θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας. Τα υπόλοιπα, αν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, αν το πνεύμα διαιρείται σε εννιά ή δώδεκα κατηγορίες έπονται. Είναι παιχνίδια. Πρέπει πρώτα να απαντήσουμε.

[…]

Το αν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο ή ο ήλιος γύρω από τη γη, δεν έχει, κατά βάθος, καμιά σημασία. Για την ακρίβεια, είναι ένα ασήμαντο θέμα. Αντίθετα, βλέπω ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν γιατί πιστεύουν πως η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς. Παραδόξως, βλέπω άλλους να σκοτώνονται για ιδέες ή αυταπάτες που τους παρέχουν ένα λόγο για να ζουν (αυτό που θεωρεί κανείς λόγο για να ζήσει αποτελεί συνάμα και έναν εξαίρετο λόγο για να πεθάνει). Θεωρώ, συνεπώς, ότι το νόημα της ζωής είναι το πιο επείγον ερώτημα.

Ένας κόσμος που μπορούμε να εξηγήσουμε ακόμη και με λανθασμένες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος. Αντίθετα όμως, μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο αίφνης από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος αισθάνεται σαν ξένος. Βρίσκεται σε μια εξορία οριστική και αμετάκλητη, αφού δεν έχει τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ούτε την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας. Η διάζευξη του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αυτό ακριβώς είναι το συναίσθημα του παράλογου.

«Το πεδίο μου είναι ο χρόνος», λέει ο Γκαίτε.

Να λοιπόν μια παράλογη φράση. Τι είναι πράγματι ο παράλογος άνθρωπος; Αυτός που, χωρίς ν’ αρνείται το αιώνιο, δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό. Όχι πως η νοσταλγία τού είναι ξένη. Μα προτιμά το κουράγιο και τον συλλογισμό του. Το ένα τού μαθαίνει να ζει οριστικά και αμετάκλητα και ν’ αρκείται σε ότι έχει, το άλλο τον ενημερώνει για τα όρια του.

[…]

Η κατ’ εξοχήν παράλογη χαρά είναι η δημιουργία. «Τέχνη και μόνο τέχνη» λέει ο Νίτσε, «έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε από την αλήθεια».

Όλη η βουβή χαρά του Σισύφου βρίσκεται εδώ. Η μοίρα του τού ανήκει. Ο βράχος είναι δικός του. Το ίδιο συμβαίνει με τον παράλογο άνθρωπο: όταν στοχάζεται μπροστά στο μαρτύριό του, όλα τα είδωλα σωπαίνουν. Σ’ αυτό το σύμπαν, παραδομένος αίφνης στη σιωπή, υψώνονται χιλιάδες μικρές, έκθαμβες φωνές της γης.

Αν το ίδιον της τέχνης είναι να συνδέει το γενικό με το ατομικό, τη φθαρτή αιωνιότητα μιας σταγόνας νερού με τα φωτεινά παιχνιδίσματά της, είναι ακόμα πιο αληθινό να εκτιμάται το μεγαλείο του παράλογου συγγραφέα ανάλογα με την απόσταση που ξέρει να παρεμβάλλει ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο κόσμους.

Αλμπερ Καμύ, «Ο Μύθος Του Σισύφου», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

___________________________

 

Ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, 7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουαρίου 1960) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης και συγγραφέας, ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός. Χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του Ο Ξένος και Η Πανούκλα, στα θεατρικά του έργα Καλιγούλας και Οι δίκαιοι και τέλος στα φιλοσοφικά του δοκίμια Ο Μύθος του Σίσυφου και Ο επαναστατημένος άνθρωπος. Τιμήθηκε το 1957 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

 

Πηγές: caravan project wikipedia

Ακολουθήστε μας στο Facebook: i Travel Poetry

Advertisements