Όταν οι φιλόσοφοι επιχείρησαν να εξηγήσουν τον κόσμο, τη φύση, τον άνθρωπο διαπίστωσαν ότι υπάρχουν πράγματα, αντικείμενα που είναι υλικά που τα βλέπουμε και τα πιάνουμε και πραγματικότητες που δεν τις βλέπουμε και δε μπορούμε να τις αγγίξουμε ούτε να τις μετρήσουμε όπως είναι οι ιδέες μας.

Επακόλουθο ήταν το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας: ποιο είναι σπουδαιότερο η ύλη ή το πνεύμα; η ύπαρξη ή η σκέψη; ποιο είναι αρχαιότερο από το άλλο;

Οι πρώτοι άνθρωποι μη έχοντας την παραμικρή γνώση για τον κόσμο και τους εαυτούς τους και διαθέτοντας πολύ αδύνατα τεχνικά μέσα για να επιδράσουν πάνω στον κόσμο, απέδιδαν τα φυσικά φαινόμενα που δεν κατανοούσαν σε υπερφυσικά όντα τα πνεύματα.

Στη φαντασία τους, που διεγειρόταν από τα όνειρα όπου έβλεπαν να ζωντανεύουν οι γνωστοί τους ή τον εαυτό τους να ζει σε μία άλλη διάσταση, έφταναν στο συμπέρασμα ότι οι σκέψεις τους και οι αισθήσεις τους δεν ήταν προϊόντα του εγκεφάλου τους αλλά προέρχονται από μία ψυχή αθάνατη που ζει στο σώμα τους και που το αφήνει τη στιγμή του θανάτου. Φτάσανε στην πεποίθηση ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα πνεύματα που έχουν μια ζωή ολότελα ανεξάρτητη από τη ζωή των σωμάτων και που δεν χρειάζονται το σώμα για να υπάρξουν.

Αναπτύχθηκε έτσι ο ιδεαλισμός το φιλοσοφικό ρεύμα που υποστηρίζει ότι το πνεύμα είναι το θεμελιακό στοιχείο, το πιο σπουδαίο, το πρώτο και είναι αυτό που δημιουργεί το σύμπαν δηλαδή την ύλη. Αυτή η πρώτη μορφή ιδεαλισμού βρήκε την ολοκληρωτική της ανάπτυξη στις θρησκείες που δέχονται ότι ο Θεός ήταν ο δημιουργός της ύλης.

Με το πέρασμα των αιώνων η επιστήμη άρχισε να εξηγεί τα φυσικά φαινόμενα χωρίς την επέμβαση του Θεού δημιουργώντας ένα υλιστικό ρεύμα. Η φιλοσοφική έκφραση αυτού του ρεύματος είναι ο υλισμός που υποστηρίζει ότι η ύλη είναι η πρώτη πραγματικότητα που δεν χρειάζεται το πνεύμα για να υπάρξει, ενώ το πνεύμα δε μπορεί να υπάρξει χωρίς ύλη οι σκέψεις είναι προϊόν του εγκεφάλου, επομένως δεν υπάρχει ψυχή αθάνατη και ανεξάρτητη από το κορμί. Τα πράγματα που μας περιτριγυρίζουν υπάρχουν ανεξάρτητα από μας είναι αυτά που μας δίνουν τη σκέψη και οι ιδέες μας δεν είναι παρά αντανάκλαση των πραγμάτων στον εγκέφαλο μας.

Ο Μπέρκλεϋ προσπαθώντας να απαντήσει στον υλισμό διατύπωσε τον αϋλικό ιδεαλισμό, η ύλη δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε όταν σκεφτόμαστε ότι υπάρχει έξω από το πνεύμα μας. Πιστεύουμε ότι τα πράγματα υπάρχουν γιατί τα βλέπουμε και τα πιάνουμε δηλαδή επειδή τα αισθανόμαστε.

Αλλά οι αισθήσεις μας δεν είναι παρά ιδέες που έχουμε στο νου μας. Τα αντικείμενα που διακρίνουμε με τις αισθήσεις μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ιδέες και οι ιδέες δε μπορούν να ζήσουν έξω από το νου μας. Αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα με τη βοήθεια της όρασης τα ξεχωρίζουμε με τη βοήθεια της αφής η όσφρηση μας πληροφορεί για τη μυρουδιά η αίσθηση της γεύσης για τη γεύση η ακοή για τους ήχους. Αυτές οι διάφορες αισθήσεις μας δίνουν τις ιδέες που συνδυασμένες η μία με την άλλη μας κάνουν να τους δίνουμε ένα κοινό όνομα και να τις πιστεύουμε σαν αντικείμενα.

Είμαστε θύματα νοητικής πλάνης, ψευδαίσθησης, όταν πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τον κόσμο και τα πράγματα σαν κάτι εξωτερικό αφού όλα αυτά δεν υπάρχουν παρά μέσα στο νου μας. Ο αϋλικος ιδεαλισμός αναλύοντας τον κόσμο και τα στις ιδιότητες τους (χρώμα, μέγεθος, πυκνότητα κλπ) μας αποδείχνει ότι αυτές οι ιδιότητες, που διαφέρουν ανάλογα με τα άτομα, δεν υπάρχουν μέσα στα ίδια τα πράγματα αλλά μέσα στο πνεύμα του καθένα μας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η ύλη είναι ένα σύνολο από ιδιότητες μη αντικειμενικές αλλά υποκειμενικές συνεπώς δεν υπάρχει.

Εάν ο κόσμος δεν υπάρχει παρά μόνο στην σκέψη μας τότε πως υπήρχε πριν την εμφάνιση της οργανικής ζωής; η απάντηση των ιδεαλιστών είναι ότι η σκέψη και το πνεύμα υπήρχαν πριν την εμφάνιση της οργανικής ζωής στον Θεό.

Στα μέσα του 17ου αιώνα ο Χιουμ και ο Καντ προσπάθησαν να συμβιβάσουν τον ιδεαλισμό και τον υλισμό ανάπτυξαν το φιλοσοφικό ρεύμα του αγνωστικισμού συμφωνά με το οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε την εξωτερική όψη των πραγμάτων αλλά δε μπορούμε να γνωρίσουμε την πραγματικότητα τους.

Ο φυσικός κόσμος κυβερνιέται από νόμους και δε δέχεται οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση αλλά δεν έχουμε το μέσο για να επιβεβαιώσουμε ή να αναιρέσουμε την ύπαρξη μιας οποιασδήποτε ανώτερης φύσης πέρα από το γνωστό σύμπαν.

Ο 18oς και ο 19ος αιώνας θα είναι αυτοί που θα αναδείξουν την υλιστική φιλοσοφία ως κυρίαρχη κοσμοθεωρία και θα εξασθενίσουν σημαντικά τα ιδεαλιστικά ρεύματα. Είναι η εποχή στην οποία σημειώνεται τεράστια πρόοδος στη φυσική, στη χημεία, στη βιολογία, στην αστρονομία κτλ.

Η βιομηχανική επανάσταση δημιουργεί μια καινούρια τάξη, που με τη σειρά της αμφισβητεί το δικαίωμα της αστικής τάξης να αποφασίζει για την τύχη της. Είναι η εποχή κατά την οποία ο υλισμός (βασισμένος πάνω στη διαλεκτική μέθοδο του Χέγκελ) δε θα καθιερωθεί μόνο ως φιλοσοφικό και κοινωνικό σύστημα που ευνοεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά θα γίνει η θεωρία κάτω από τη σημαία της οποίας το προλεταριάτο θα αγωνιστεί για τα δικαιώματά του.

Ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Έγκελς θεμελιώνουν τον διαλεκτικό υλισμό (στη φιλοσοφία) και τον ιστορικό υλισμό (στην κοινωνιολογία).

Ο διαλεκτικός υλισμός υποστηρίζει ότι η ύλη εξελίσσεται συνεχώς σε μορφές που είναι ανεξάρτητες των προηγούμενων μέσω της σύγκρουσης των αντιθέσεων μεταξύ τους και της λύσης της αντίθεσης που καθορίζουν τις νέες μορφές της ύλης που θα προκύψουν.

Η διαλεκτική αντιλαμβάνεται τα πράγματα σα να βρίσκονται σε αιώνια και αδιάκοπη αλλαγή σε συνεχή εξέλιξη. Η κίνηση αυτή πραγματοποιείται επειδή το κάθε πράγμα δεν είναι παρά το αποτέλεσμα ενός ειρμού από διαδικασίες από φάσεις που προέρχονται ή μία από την άλλη. Αυτός ο ειρμός από διαδικασίες αναγκαστικά εξελίσσεται μέσα στο χρόνο σε μία προοδευτική κίνηση παρά τις παροδικές οπισθοδρομήσεις.

Η εξέλιξη αυτή παράγεται από μόνη της, με τον αυτοδυναμισμό. Τα πράγματα αλλάζουν γιατί περικλείνουν μία εσωτερική αντίφαση (τον εαυτό τους και τα αντίθετα τους). Τα αντίθετα βρίσκονται σε σύγκρουση και οι μεταβολές γεννιούνται από τις συγκρούσεις αυτές έτσι η μεταβολή είναι η λύση της σύγκρουσης.

Ο Φ. Ένγκελς θεμελιώνοντας από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού τον αιώνιο και άπειρο χαρακτήρα της κίνησης της ύλης στο χώρο και το χρόνο τόνιζε ότι:

«Η ύλη κινείται μέσα σε μια αιώνια κυκλική πορεία που θα ολοκληρώνει την τροχιά της μονάχα σε χρονικά διαστήματα που γι’ αυτά το γήινό μας έτος δεν επαρκεί πια σαν μονάδα μέτρησης, μια κυκλική πορεία όπου η εποχή της ανώτατης ανάπτυξης, η εποχή της οργανικής ζωής και ακόμα πιότερο η εποχή της ζωής όντων που έχουν συνείδηση του εαυτού τους και της φύσης, μετριέται το ίδιο φτωχικά όπως ο χώρος όπου εκδηλώνεται η ζωή και η αυτοσυνείδηση.

Μια κυκλική πορεία όπου κάθε πεπερασμένη μορφή ύπαρξης της ύλης, αδιάφορο αν πρόκειται για ήλιο ή για νεφέλωμα ατμού, για μεμονωμένο ζώο ή για κατηγορία ζώων, για χημική ένωση ή για διάσπαση, είναι το ίδιο παροδική και όπου τίποτα δεν είναι αιώνιο εκτός, εκτός από την αιώνια κινούμενη, αιώνια μεταβαλλόμενη ύλη και από τους νόμους που σύμφωνα με αυτούς κινείται και μεταβάλλεται.

Όμως, όσο συχνά και όσο ανελέητα και αν συντελείτε στο χρόνο και στο χώρο αυτή η κυκλική πορεία, όσα εκατομμύρια ήλιοι και γήινες σφαίρες και αν γεννηθούν και χαθούν, όσος καιρός και αν περάσει ώσπου σ’ ένα ηλιακό σύστημα να δημιουργηθούν -έστω και σ’ ένα μόνο πλανήτη- οι όροι της οργανικής ζωής, όσα αναρίθμητα οργανικά όντα και αν πρέπει να προηγηθούν και προηγούμενα να χαθούν, προτού από τους κόλπους τους αναπτυχθούν ζώα με εγκέφαλους ικανούς για σκέψη και που για ένα σύντομο χρονικό διάστημα να βρίσκουν όρους κατάλληλους για ζωή, για να καταστραφούν ξανά ύστερα ανελέητα – έχουμε τη βεβαιότητα ότι η ύλη σε όλους της τους μετασχηματισμούς μένει αιώνια η ίδια, ότι καμιά από τις ιδιότητές της δεν μπορεί ποτέ να χαθεί και ότι γι’ αυτό επίσης με την ίδια σιδερένια αναγκαιότητα που θα εξοντώσει στη γη την ανώτατή της άνθιση, θα ξαναδημιουργήσει το σκεπτόμενο πνεύμα αλλού και σε άλλο χρόνο».

Ο ιστορικός υλισμός αντίστοιχα υποστηρίζει ότι η γένεση των ιδεών είναι προϊόν των οικονομικών αναγκών και των παραγωγικών σχέσεων. Η πρόοδος της κοινωνίας εξαρτάται από τη βελτίωση των μέσων παραγωγής και την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής που διαμορφώνουν τις παραγωγικές σχέσεις οι οποίες προσδιορίζουν τη θέση και το ρόλο της ταξικής πάλης.

Η ουσία της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας εκφράζεται περίτρανα από τον Μαρξ:

«Το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση, που πάνω σ’ αυτήν υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό οικοδόμημα, που σ’ αυτό αντιστοιχούν ορισμένες μορφές της κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής καθορίζει γενικά την κοινωνική, πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής.

Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων αυτό που καθορίζει το «είναι» τους, μα αντίστροφα, το κοινωνικό τους «είναι», είναι αυτό που καθορίζει τη συνείδησή τους. Σε ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις που υπάρχουν ή με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, που μέσα σ’ αυτές είχαν ως τότε κινηθεί. Από μορφές ανάπτυξης των κοινωνικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μετατρέπονται σε δεσμά τους.

Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται ολόκληρο το τεράστιο οικοδόμημα με αργότερο ή γοργότερο ρυθμό».

Πηγή: gravitonio

Ακολουθήστε μας στο Facebook: i Travel Poetry

Advertisements