ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΩΝ ΑΛΠΕΩΝ, στο Λοκάρνο της βόρειας Ιταλίας, βρισκόταν ένας παλιός πύργος, ιδιοκτησία ενός μαρκησίου, απ’ τον οποίο ο σημερινός διαβάτης που έρχεται από το Σαν Γκοττάρ δεν βλέπει παρά τα ερείπια και τα χαλάσματά του: ένας πύργος με ψηλοτάβανες κι ευρύχωρες κάμαρες, που σε μιαν απ’ αυτές κάποτε η πυργοδέσποινα, κυριευμένη από συμπόνια, είχε καλέσει μια γριά άρρωστη γυναίκα, που ζητιάνευε μπροστά στην πόρτα της, να πλαγιάσει σ’ ένα αχυρόστρωμα που είχαν επίτηδες στρώσει γι’ αυτήν. Ο μαρκήσιος που, επιστρέφοντας απ’ το κυνήγι, μπήκε τυχαία στο δωμάτιο, όπου συνήθιζε ν’ αφήνει το ντουφέκι του, πρόσταξε θυμωμένος τη γυναίκα να σηκωθεί από τη γωνιά όπου ήταν πλαγιασμένη και να πάει να χωθεί πίσω απ’ τη θερμάστρα. Όπως η γυναίκα σηκώθηκε, γλίστρησε με το δεκανίκι της πάνω στο γλιστερό δάπεδο, έπεσε και χτύπησε επικίνδυνα στη μέση της˙ σηκώθηκε με απερίγραπτους πόνους και διέσχισε το δωμάτιο, όπως την είχαν προστάξει˙ πίσω απ’ τη θερμάστρα, όμως, σωριάστηκε χάμω και ξεψύχησε με βογκητά και στεναγμούς.

Μερικά χρόνια αργότερα, καθώς ο μαρκήσιος αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, εξαιτίας του πολέμου και της κακής σοδειάς, δέχτηκε την επίσκεψη ενός ιππότη από τη Φλωρεντία, που ήθελε ν’ αγοράσει τον πύργο, χάρη στην όμορφη τοποθεσία του. Ο μαρκήσιος που προσδοκούσε πολλά απ’ αυτή τη συναλλαγή, παράγγειλε στη γυναίκα του να φιλοξενήσει τον ξένο στην κάμαρη που προαναφέραμε, που έμενε αχρησιμοποίητη και την είχαν διαρρυθμίσει για μια άνετη και όμορφη διαμονή. Όμως τι έκπληξη ένιωσε το ζευγάρι, όταν ο ιππότης, κατάχλωμος και ταραγμένος, κατέβηκε μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα κοντά τους, διαβεβαιώνοντάς τους, στο λόγο της τιμής του, πως η κάμαρη ήταν στοιχειωμένη˙ κάτι αόρατο σ’ ανθρώπου μάτι, μ’ ένα θόρυβο σα να ‘ταν πλαγιασμένο σ’ αχυρόστρωμα, είχε σηκωθεί απ’ τη γωνιά της κάμαρης, είχε διασχίσει το δωμάτιο με βήματα ευδιάκριτα, αργόσυρτα κι εξασθενημένα και είχε σωριαστεί πίσω απ’ τη θερμάστρα, όπου ξεψύχησε με βογκητά και στεναγμούς.

Ο μαρκήσιος ταραγμένος, δίχως κι ο ίδιος να γνωρίζει την αιτία, περιγέλασε τον ιππότη με προσποιητή ευθυμία για να τον καθησυχάσει και είπε πως θ’ ανέβαινε ευθύς πάνω στην κάμαρη να περάσουν τη νύχτα μαζί. Όμως ο ιππότης θερμοπαρακάλεσε να του επιτρέψουν να περάσει τη νύχτα σε μια πολυθρόνα στην κρεβατοκάμαρα του μαρκησίου κι όταν ξημέρωσε πρόσταξε να ζέψουν την άμαξά του, υπέβαλε τα σέβη του και αναχώρησε.

Τούτο το περιστατικό προκάλεσε μια ασυνήθιστη αναστάτωση και αποθάρρυνε, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του μαρκησίου, πολλούς αγοραστές˙ έτσι, μιας κι ανάμεσα στους ίδιους τους υπηρέτες του διαδόθηκε η φήμη πως στην κάμαρα πλανιόταν τα μεσάνυχτα ένα φάντασμα, ο μαρκήσιος, προκειμένου να δώσει τέρμα με μια αποτελεσματική ενέργεια σ’ όλες αυτές τις διαδόσεις, αποφάσισε να ερευνήσει ο ίδιος το ζήτημα την επόμενη νύχτα.

Έτσι, σαν έπεσε το σκοτάδι, πρόσταξε ν’ ανεβάσουν το κρεβάτι του στην κάμαρη που προαναφέραμε και περίμενε, άγρυπνος, να έρθουν τα μεσάνυχτα. Όμως πόσο ταράχτηκε, όταν πράγματι, σαν σήμανε η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα, πρόσεξε τον αλλόκοτο θόρυβο˙ ήταν σαν ν’ ανασηκωνόταν ένας άνθρωπος από ένα αχυρόστρωμα που έτριζε από κάτω του, να διέσχιζε το δωμάτιο και να κατέρρεε πίσω από τη θερμάστρα με στεναγμούς και ρόγχους. Το επόμενο πρωί, όταν κατέβηκε, τον ρώτησε η μαρκησία για τ’ αποτελέσματα της έρευνας˙ αυτός με φοβισμένο κι αμήχανο βλέμμα κοίταξε γύρω του και, αφού μαντάλωσε την πόρτα, τη διαβεβαίωσε πως η ιστορία με το φάντασμα ήταν αληθινή. Εκείνη τρόμαξε τόσο πολύ, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε τρομάξει, και τον παρακάλεσε πριν κάνει γνωστή την ιστορία, να προχωρήσουν μαζί, οι δυο τους, σε μια δεύτερη ψύχραιμη εξέταση του ζητήματος. Την επόμενη νύχτα όμως άκουσαν πράγματι, μαζί μ’ έναν πιστό υπηρέτη που πήραν μαζί τους, τον ίδιο αλλόκοτο και στοιχειωμένο θόρυβο˙ και μόνο η έντονη επιθυμία ν’ απαλλαγούν μ’ οποιοδήποτε τίμημα απ’ τον πύργο, τους έπεισε να μη φανερώσουν τον τρόμο που τους είχε κυριέψει μπροστά στον υπηρέτη τους και ν’ αποδώσουν το συμβάν σε μια οποιαδήποτε, επιπόλαιη και συμπτωματική αιτία, που αργά ή γρήγορα θ’ αποκαλυπτόταν. Την τρίτη βραδιά, καθώς οι δυο τους, αποφασισμένοι να εντοπίσουν τη ρίζα του κακού, ανέβαιναν με καρδιοχτύπι τη σκάλα προς τον ξενώνα, έτυχε να βρεθεί το σκυλί, που το ‘χαν λύσει από την αλυσίδα του, μπροστά στην πόρτα του δωματίου. Τότε οι δυο τους, δίχως να το καλοσκεφτούν, ίσως με την ανομολόγητη επιθυμία να έχουν μια τρίτη ζωντανή παρουσία μαζί τους, πήραν και τον σκύλο μέσα στο δωμάτιο. Το ζευγάρι, με δυο κεριά πάνω στο τραπέζι, η μαρκησία δίχως να ξεντυθεί, ο μαρκήσιος με ξίφος και πιστόλια που είχε πάρει απ’ το ερμάρι πλάι του, κάθισαν, γύρω στις έντεκα, καθένας στο κρεβάτι του˙ κι όπως προσπαθούσαν, όσο μπορούσαν, να περάσουν την ώρα με συζητήσεις, ο σκύλος μαζεύει πόδια και κεφάλι, ξαπλώνει κι αποκοιμιέται στη μέση του δωματίου. Έπειτα, τα μεσάνυχτα ακριβώς, ακούγεται πάλι ο φριχτός θόρυβος˙ κάτι, αόρατο σ’ ανθρώπου μάτι, ανασηκώνεται πάνω σε δεκανίκια στη γωνιά του δωματίου˙ ακούγεται το άχυρο που θρoΐζει από κάτω του˙ και με το πρώτο βήμα, ταπ! τοπ! ταπ!, ξυπνά ο σκύλος, σηκώνεται όρθιος απ’ το πάτωμα με τ’ αυτιά τσιτωμένα, γρυλίζοντας και γαβγίζοντας σα να ‘ρχοταν άνθρωπος κατά πάνω του, και οπισθοχωρεί προς τηθερμάστρα. Τη στιγμή αυτή, πετάγεται η μαρκησία με τις τρίχες της κεφαλής της σηκωμένες, έξω απ’ το δωμάτιο˙ κι ενώ ο μαρκήσιος, αρπάζοντας το ξίφος, «ποιος είναι αυτού;» φωνάζει, και μην παίρνοντας απάντηση χτυπάει σα μανιακός στον αέρα προς όλες τις κατευθύνσεις, εκείνη προστάζει να ζέψουν την άμαξά της, αποφασισμένη να φύγει αμέσως για την πόλη. Όμως πριν προλάβει καλά καλά να συμμαζέψει μερικά πράγματα και να ξεχυθεί κατά την πόλη, βλέπει τον πύργο τυλιγμένο σε φλόγες. Ο μαρκήσιος, εξαγριωμένος απ’ το φόβο, είχε αρπάξει ένα κερί και το ‘χε απλώσει στις τέσσερις γωνιές του δωματίου που, ντυμένο με ξύλο καθώς ήταν, τυλίχτηκε αμέσως στις φλόγες. Μάταια η μαρκησία έστειλε ανθρώπους μέσα να σώσουν τον δυστυχισμένο˙ εκείνος είχε με τον οικτρότερο τρόπο ήδη υποκύψει και σήμερα ακόμη κείτονται τ’ άσπρα του κόκαλα μαζεμένα απ’ τους χωρικούς στη γωνιά του δωματίου, απ’ όπου είχε κάποτε σηκώσει με τη βία τη ζητιάνα του Λοκάρνο.

μτφρ. Θοδωρής Δασκαρόλης

_______________________________________________

Βιογραφία

Καταγόμενος από αριστοκρατική οικογένεια στρατιωτικών όσο και ποιητών. Οι γονείς του πέθαναν όταν ο Κλάιστ ήταν ακόμη μικρός και μια θεία του ανέλαβε την ανατροφή του. Το 1788 στάλθηκε σε οικοτροφείο και σε ηλικία 14 ετών κατατάχτηκε στη Φρουρά του Πότσνταμ. Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Ρήνου κατά της Γαλλίας. Το 1797 ονομάστηκε ανθυπολοχαγός και το 1799 παραιτήθηκε από τον στρατό, γράφηκε στο πανεπιστήμιο και αρραβωνιάστηκε την κόρη ενός στρατηγού, οι γονείς της οποίας τον έβλεπαν με δυσπιστία, θεωρώντας τυχοδιωκτική την συμπεριφορά του. Άλλωστε η παραίτησή του από τον στρατό είχε προκαλέσει την δυσαρέσκεια του βασιλιά της Πρωσίας.

Kleist2AYTOXEIRESblog.JPG

Οι σπουδές του περιλάμβαναν ένα ευρύ φάσμα επιστημών αλλά τις εγκατέλειψε για να καταλάβει μια δημόσια θέση, προσπαθώντας να εξευμενίσει τους γονείς της μνηστής του. Ούτε εκεί όμως έμεινε για πολύ. Την άνοιξη του 1801 ξεκίνησε με την αγαπημένη του ετεροθαλή αδελφή Ουλρίκε για το Παρίσι. Το Παρίσι τον απογοητεύει και, επηρεασμένος από τον Ρουσσώ, θέλει να πάει στην Ελβετία. Η Ουλρίκε τον εγκαταλείπει και μόνος πλέον (οι αρραβώνες του βέβαια διαλύθηκαν) εγκαθίσταται σ’ ένα νησάκι στην λίμνη Τουν (Thunnersee) κοντά στην Βέρνη. Εκεί (1802) έγραψε το πρώτο του δράμα, την Οικογένεια Σρόφενστάιν. Αρρώστησε όμως, η Ουλρίκε ήρθε για να τον περιποιηθεί και μετά την ανάρρωσή του έφυγαν στη Βαϊμάρη.

15135803_1757251514537481_219540755193591205_n.jpg

Πηγαίνει πάλι στο Παρίσι, καίει τα χειρόγραφά του και προσπαθεί να καταταγεί στον γαλλικό στρατό, αλλά απελαύνεται. Επιστρέφει στην Πρωσία και διορίζεται σε δημόσια θέση στο Κένιγκσμπεργκ (1805). Παραιτείται όμως κι απ’ αυτήν και φυλακίζεται για έξι μήνες σαν κατάσκοπος από τον γαλλικό στρατό κατοχής.

Το 1807 πηγαίνει στην Δρέσδη. Εκεί το 1808 δημοσιεύει την τραγωδία Πενθεσίλεια ενώ την ίδια χρονιά ανεβαίνει από τον Γκαίτε στη Βαϊμάρη η κωμωδία του Η σπασμένη στάμνα, χωρίς καμιάν επιτυχία. Ο Κλάιστ αποδίδει την αποτυχία σε τροποποιήσεις του Γκαίτε και οι σχέσεις του με τον μεγάλο ποιητή γίνονται τελείως εχθρικές.

220px-Kleist_Der_zerbrochne_Krug_1811.jpg

Η σπασμένη στάμνα

Από το 1807 ως το 1811 εξέδιδε το περιοδικό Phöbus (Φοίβος) στην Δρέσδη και ύστερα την εφημερίδα Berliner Abendblättern (Βραδυνά Φύλλα του Βερολίνου), έντυπα στα οποία δημοσίευσε τα περίφημα διηγήματά του και τα δοκίμιά του. Πηγαίνει για ένα διάστημα στην Πράγα το 1809 και εκδίδει το εβδομαδιαίο φύλλο Germania, που στις στήλες του εμφανίζονται πατριωτικά ποιήματα και άρθρα του Κλάιστ κατά του Ναπολέοντα. Το 1810 και 1811 εκδόθηκαν οι δύο τόμοι των διηγημάτων του.

Τελευταίο και καλύτερο έργο του ήταν Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ, ένα λαμπρό ψυχολογικό δράμα που παραστάθηκε μεταθανάτια και του οποίου ο ήρωας είναι εξ ίσου προβληματικός με τον ποιητή του.

(Απόσπασμα -Πρώτη Πράξη Τέταρτη μέχρι έκτη Σκηνή- από την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή του Αριστουργήματος του Χάϊνριχ φον Κλάϊστ «Ο Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» )

Αλλά ο παρεξηγημένος όσο και ιδιόρρυθμος Κλάιστ βρίσκεται αντιμέτωπος με την κοινωνία και την λογοκρισία. Στα τέλη του 1810 πέθανε ο μοναδικός του προστάτης, η βασίλισσα Λουίζα της Πρωσίας.

Victoria_Luise_Herzogin_Ernst-August_von_Braunschweig-Lüneburg.jpg

Βικτωρία Λουίζα της Πρωσίας

Φεύγει φτωχός κι απελπισμένος στο Βερολίνο κι εκεί γνωρίζεται με την Εριέτα Φόγκελ, μια ώριμη γυναίκα που πάσχει από ανίατη ασθένεια. Δεν δυσκολεύεται αυτή να του αποσπάσει μιαν υπόσχεση για κάτι που και στον ίδιο ήταν από καιρό έμμονη ιδέα. Στις 20 Νοεμβρίου του 1811 περνούν μαζί τη νύχτα σ’ ένα πανδοχείο της Βανζέε, διασκεδάζουν σαν παιδιά όλη την άλλη μέρα, και το σούρουπο, στις όχθες της λίμνης, την σκοτώνει και αυτοκτονεί.

Η ταινία η «Τρελή αγάπη»  της Τζέσικα Χάουσνερ είναι εμπνευσμένη από αυτό το γεγονός

 

Αποσπάσματα από επιστολές του :

Στην αδελφή του, Ulrike:

Noέμβρης 1811
«Δεν μπορώ να πεθάνω πλήρης και ευτυχισμένος, καθώς είμαι, χωρίς προηγουμένως να συμφιλιωθώ με όλον τον κόσμο και προπάντων μ’ εσένα… Είθε να σου χαρίσει ο ουρανός ένα θάνατο που, έστω και κατά το ήμισυ, να προσεγγίζει την ευτυχία και την απερίγραπτη χαρά που νιώθω εγώ τώρα…»

Στην εξαδέλφη του, Marie:

Nοέμβρης 1811
«…Πίστεψε με, αισθάνομαι τόσο ευτυχισμένος. Πρωί και βράδυ πέφτω στα γόνατα μπροστά στο Θεό, κάτι που μέχρι τώρα δεν είχα μπορέσει να κάνω- τώρα. Του χρωστάω χάρη, γιατί ο Θεός αποζημίωσε τη ζωή μου, την πιο βασανιστική ζωή που έζησε ποτέ άνθρωπος, μ’ ένα από τους πιο υπέροχους και ηδονικούς θανάτους… Η απόφαση της να θέλει να πεθάνει μαζί μου με τράβηξε στην αγκαλιά της, με τέτοια ανείπωτη και ακαταμάχητη δύναμη που δεν μπορώ να σου την περιγράψω… Ακριβή μου φίλη, ας με καλούσε γρήγορα ο Θεός σ’ αυτόν τον καλύτερο κόσμο…»

Στην αδελφή του, Ulrike:

Άνοιξη 1799
«…βρίσκω αδιανόητο το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς ένα σχέδιο στη ζωή του. Η αίσθηση της ασφάλειας που χαρακτηρίζει τον παρόντα χρόνο μου, καθώς και η ηρεμία με την οποία ατενίζω το μέλλον, με κάνουν να νιώθω βαθιά μέσα μου πόσο ανεκτίμητη ευτυχία μου χαρίζει το σχέδιο που ήδη έχω χαράξει για τη ζωή μου.

Το να ζεις χωρίς κανένα σχεδιασμό, χωρίς σταθερό σκοπό, κλωθογυρίζοντας συνέχεια ανάμεσα σε αβέβαιες επιθυμίες, σε μόνιμη ασυμφωνία με τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες σου, τελικά ένα παίγνιο της τύχης, μια μαριονέτα στα νήματα της μοίρας – μια τέτοια ανάξια κατάσταση μου φαίνεται τόσο ευτελής και καταφρονητέα, θα με καταντήσει τόσο κακόμοιρο και άθλιο, ώστε ο θάνατος θα είναι ασύγκριτα προτιμότερος».

y_kleist.png

 

Επιμέλεια Κριστιάν Νίρκα

Πηγές:

  1. greek-language
  2. wikipedia
  3. authorsandwriterstooktheirownlives

 

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Advertisements