Ο ζεστός αέρας απ’ τον αεραγωγό έκανε την ατμόσφαιρα στην καμπίνα ακόμα πιο βαριά και αποπνικτική απ’ ότι ήταν απ’ την κάπνα του τσιγάρου και την κλεισούρα.

Έσβησε το φώς ,τράβηξε την κουρτίνα και άνοιξε το φινιστρίνι να μπει καθαρός αέρας.

Η καμπίνα του ήταν στον καθρέφτη του κομοδεσίου κι όπως όλες οι καμπίνες που έβλεπαν πλώρα έπρεπε τα βράδια να έχουν ή σβηστά τα φώτα ή τραβηγμένες τις κουρτίνες για να μην στέλνουν φώς έξω και δυσκολεύουν την ορατότητα στην γέφυρα.

Μαζί με τον φρέσκο παγωμένο αέρα μπήκαν χορεύοντας δεκάδες νιφάδες χιονιού.
Η χιονοθύελλα που επικρατούσε εδώ και δύο μέρες είχε κοπάσει και τώρα χιόνιζε ήσυχα κι απαλά.

Ταξιδεύανε κοντά στις εξήντα μοίρες Βόρειο πλάτος και τέτοια εποχή οι χιονοθύελλες ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.
Η κουβέρτα και τα κουφούσια των αμπαριών είχαν σκεπαστεί με πάνω απο μισό μέτρο χιόνι που στα κολονάκια της μαγκιώρας και στις μπίγες είχε παγώσει και κρεμόταν σε σταλακτίτες.

Έμεινε να κοιτάζει αφηρημένος έξω και να αναπνέει τον παγωμένο αέρα. Δεν έβλεπε πέρα απ’ το Νο 5 αμπάρι αλλα δεν είχε και σημασία. Να ανασάνει ήθελε. Έκλεισε τα μάτια και άφησε τις σκέψεις του να σουλατσάρουν σε άλλα μέρη και άλλα τοπία τέτοιες μέρες.

Παραμονή Χριστουγέννων…..
Κοντά στον ισημερινό, τέτοια εποχή είχε ζέστη.
Το ίδιο και στις θάλασσες του Νότου.
Στη Βιτόρια της Βραζιλίας, τη μέρα των Χριστουγέννων κάνανε μπάνιο στην παραλία του Τουμπαράο.
Υπήρχαν χώρες που δεν χιόνιζε ποτέ.
Άνθρωποι που δεν είχαν πιάσει ποτέ χιόνι στα χέρια τους.
Και υπήρχαν χώρες που το χιόνι ήταν μόνιμος κάτοικος για μήνες όπως ψηλά στο Βανκούβερ ή στον Αρχάγγελο της Ρωσίας.

Η αλήθεια είναι οτι κι εκείνος είχε κάμποσα χρόνια να δει χιόνι.
Τον πιο πολύ καιρό κάνανε ταξίδια απ’ τον Κόλπο του Μεξικού στη Βραζιλία και πάλι πίσω. Ζεστά κλίματα, σχεδόν τροπικά με έναν ήλιο τεράστιο και πολλές βροχές στη διάρκεια του χειμώνα.

Πού και πού και κανα ραπόρτο για κυκλώνα στον Κόλπο και τότε απαγκιάζανε και περιμένανε να περάσει το κακό.

Και όταν πέρναγε, ταξιδεύανε για ώρες και καμιά φορά για μέρες ανάμεσα σε κάθε λογής συντρίμια. Μιά χρονιά μάλιστα κάνανε γιορτές βολτατζάροντας έξω απ’ το λιμάνι του Γκάλβεστον στο Τέξας γιατί ήταν τέτοια η κοσμοχαλασιά που δεν μπορούσαν να μπούν στο λιμάνι αλλα ούτε και να φουντάρουν και να μείνουν στην άγκυρα αρόδου. Με τόση δύναμη αέρα ήταν αδύνατον να τους κρατήσει η άγκυρα έτσι όπως ήταν και ξεφόρτωτοι.

Φέρνανε βόλτες λοιπόν ανοιχτά, έξω από’ το λιμάνι και παρακάλαγαν να σταματήσει το κακό να σταθούν στα πόδια τους.

Μετά δυο μέρες, κατατσακισμένοι κι αυτοί και το βαπόρι και αφού είχε περάσει ο κυκλώνας, μπήκαν στο λιμάνι. Γιορτές κι αυτές…
Άλλες χρονιές πάλι, στη μέση του πουθενά, ένα τηλεφώνημα στη βάρδια της μηχανής απ’ τον αξιωματικό της γέφυρας.

-‘’Καλά Χριστούγεννα… Χρόνια Πολλά… Καλή βάρδια’’
-«Καλά Χριστούγεννα καπταν Γιώργη. Και του χρόνου σπίτια μας!!!

Και το βαπόρι να τραβάει το δρόμο του με μόνο τα πλοϊκά του αναμμένα να σημαδεύουν την ύπαρξή του στο πέλαγο…

Με τα μάτια του ανθυποπλοιάρχου καρφωμένα στο radar και το σκάπουλο στη δεξιά βαρδιόλα να προσπαθεί να διαπεράσει με το βλέμμα το σκοτάδι.

Τους μηχανικούς στα έγκατα του ατσάλινου θηρίου να παλεύουν με τις πιέσεις και τις θερμοκρασίες.

Το μαρκόνη στο radio room να προσπαθεί να πιάσει «Ελλάς Ράδιο» και να έχει σειρά 40 ή και 50!!!

Και το μεσημέρι της γιορτής…ένα γιορτινό τραπέζι με όλα τα καλά
Λείπουν μόνο οι βάρδιες της κουβέρτας και της μηχανής…και το γέλιο και η χαρά!!!

Δίπλα στο πιάτο του καθενός, έχει βάλει ο μαρκόνης τα τηλεγραφήματα με τις ευχές απ’ τα σπίτια τους.
Στα μάτια των πιο ευαίσθητων, κυλάει ένα δάκρυ που σκουπίζουν βιαστικά ενώ διαβάζουν….
Άλλα πρόσωπα σκληραίνουν περισσότερο…
Πόσα και πόσα τέτοια Χριστούγεννα, άλλα εν πλω κι άλλα στο λιμάνι. Άλλα με μπουνάτσες κι άλλα με φουρτούνες…
Μια παρατεταμένη απ’ τη μπουρού τον ξανάφερε πίσω…..
Κάποιο άλλο βαπόρι θα πέρναγε κοντά.
Αποφάσισε να κατέβει στο καπνιστήριο μέχρι να πάει μεσάνυχτα να κατέβει για βάρδια αφού έτσι κι αλλιώς δεν του κόλλαγε ύπνος.
Ήξερε οτι δεν θα έβρισκε κανέναν εκεί.
Όσοι δεν είχαν βάρδιες είχαν μαζευτεί απο νωρίς στις καμπίνες τους.
Άλλοι έπεσαν για ύπνο να γλυτώσουν απ’ τις σκέψεις τους… άλλοι άναψαν τσιγάρο αναπολώντας άλλες ευτυχισμένες γιορτές στην πατρίδα τους.
Κάποιοι και μαζί τους κι εκείνος, έπιασαν παλιά γράμματα κι άρχισαν να τα ξαναδιαβάζουν για χιλιοστή φορά.
Είναι κι αυτός ένας τρόπος να νοιώσεις κάποιους αγαπημένους σου κοντά σου.
Όλοι περίμεναν με αγωνία το μαρκόνη να ειδοποιήσει:

-‘’Πήραμε σειρά στο Ελλάς Ράδιο… σε μια δυο ώρες θα μιλήσουμε με τα σπίτια μας. Όσοι θέλετε ανεβείτε στον ασύρματο’’…

Μάλλον θα έπρεπε να κάνουν υπομονή ακόμα λίγες ώρες.
Δεκάδες βαπόρια περιμένουν σειρά τέτοιες μέρες για επικοινωνία, να μιλήσουν οι ναυτικοί με τους δικούς τους.
Σε κάποια πιο καινούργια ή πιο εξελιγμένα πλοία, είχαν σύστημα να επικοινωνείς με όποιο τηλέφωνο ήθελες σε όποιο μέρος του κόσμου, απ’ το τηλέφωνο της καμπίνας σου. Δορυφορικό τηλέφωνο το έλεγαν.
Τούτο το βαπόρι ήταν παλιό και δεν είχε τέτοιο σύστημα.

‘’Υπομονή λοιπόν’’, σκέφτηκε και μπήκε στο καπνιστήριο.
Ήταν πράγματι άδειο. Ερημιά. Μια τράπουλα σκορπισμένη σ’ ένα τραπέζι και το τάβλι ανοιχτό, έδειχναν ότι κάποιοι τα παράτησαν βαριεστημένοι.
Το μόνο ζωντανό πράγμα ήταν το δέντρο με τα λαμπάκια του.
Ένα μικρό δεντράκι χριστουγεννιάτικο, στολισμένο σχεδόν τυπικά απ’ τον καμαρότο δίπλα στην τηλεόραση με τα φωτάκια του να αναβοσβήνουν μονότονα …τσιμπλιάρικα …κουρασμένα… πατέντα κάποιου ηλεκτρολόγου που πέρασε κάποτε απο κεί…

Πόσες γιορτές να είχε δει το δεντράκι αυτό μέσα στο πλοίο,
πόσες και πόσες φάτσες είχε αντικρύσει να το κοιτάνε… άλλες με νοσταλγία, άλλες μ’ ένα δάκρυ που σκουπίστηκε βιαστικά σ’ ένα μανίκι… άλλες με αδιαφορία… άλλες με έκπληξη αν τα μάτια που το κοίταζαν ανήκαν σε ναυτικό που του ήταν άγνωστο αυτό το έθιμο…

Του ήρθε στο νου μια βραδιά τέτοιες μέρες, δόκιμος στο ‘’PALMYRA’’… Μπήκε στο καπνιστήριο και τα φώτα ήταν σβηστά όπως και σήμερα αλλα μια καύτρα τσιγάρου δήλωνε την παρουσία κάποιου.
Στο άναμμα των λαμπακιών του δέντρου είδε τον Μουχτάρ, ένα ναύτη από την Σρι Λάνκα να το χαζεύει έκπληκτος.
‘’Τι γίνεται Γιάννη? Καλησπέρα’’. Σ’ όλους τους ξένους μόλις έμπαιναν στο πλοίο τους δίνανε ένα Ελληνικό όνομα και τους φωνάζανε με αυτό… μέχρι που ξέχναγαν το δικό τους
-Γιατί αυτό άστρο πάνω πάνω δόκιμο? ρώτησε με τα σπαστά Ελληνικά του.
Τί να του απαντήσει…
‘’Άλλοι λένε ελπίδα… hope… άλλοι φάρος… ξέρεις φάρος έτσι?….άλλοι τίποτα’’…
Κούνησε το κεφάλι του…
‘’Άμα πάει καράβι κάτω απο «σημερινό» βάζει πάνω πάνω South cross”?
Σρι Λάνκα όχι κάνει έτσι… δεν έχει τέτοιο
‘’Ούτε Χριστούγεννα έχετε ρε Γιάννη… γι αυτό δεν έχει τέτοιο’’…
Δεν ήξερε αν κατάλαβε αλλα συνέχισε σιωπηλός να το κοιτάζει… ποιός ξέρει τι σκεφτόταν. Ποτέ δεν θα το μάθαινε…

Πλησίασε το δεντράκι, άλλαξε θέση σε 2 – 3 στολίδια και γύρισε ένα φωτάκι να φέγγει το άστρο… έτσι για να κάνει κάτι…
Μετά κάθισε στο τραπέζι, μάζεψε την τράπουλα και βάλθηκε να ρίχνει πασιέντζες αφηρημένος.
Μια φωνή τον έβγαλε απ’ τις σκέψεις του.

-Σκάτζα μάστορα. Είναι παρα 20΄. Ήταν ο λαδάς της οκτώ-δώδεκα που είχε ανέβει για τη σκάντζα.
Γύρισε και κοίταξε το μεγάλο ρολόι. Δώδεκα παρα είκοσι.
-Εντάξει Βαγγέλη. Πάω ν’ αλλάξω και κατεβαίνω.
Δώδεκα παρα πέντε ήταν κάτω.

Είπανε τα τυπικά της ρουτίνας με τον τρίτο κι εκείνος έκανε να ανέβει τις σκάλες.
Κοντοστάθηκε και φώναξε δυνατά για να ακουστεί πάνω απ’ τον θόρυβο των μηχανών

–Α! και Καλά Χριστούγεννα…
-Επίσης! του φώναξε σχεδόν αιφνιδιασμένος.

Είχε δίκιο. Μεσάνυχτα. Άλλαξε η μέρα.
Ξημέρωναν Χριστούγεννα…

 

Δημήτρης Παπαδημητρίου

 

Ακολουθήστε μας στο facebook

Advertisements