Είχε μείνει με την πλάτη κολλημένη στην πόρτα του μπάνιου. Πόση ώρα ήταν εκεί; Δεν θυμόταν. Ο χρόνος είχε αρχίσει να διαστέλλεται. Σιγά σιγά αρχίζει και γλυστρά προς τα κάτω. Κάθεται στο κρύο πάτωμα σχεδόν με ανακούφιση. Το ωστικό κύμα που την είχε στείλει εκεί την είχε αναισθητοποιήσει.

«Πρέπει να συμμαζέψω…” σκέφτηκε. Λες και το πρόβλημα ήταν αυτό. Πού ξέρεις; Ίσως όλα να έφτιαχναν με λίγη φασίνα. Σιχαινόταν να καθαρίζει. Είδος τιμωρίας για το γυναικείο φύλο, έτσι το είχε ταξινομήσει στο κεφάλι της.

Ένιωθε ότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Όχι τόσο από τη ζέστη, καύσωνα είχαν πει για σήμερα, αλλά πιο πολύ για το αποτέλεσμα. Δεν ήταν «Ίσως” πια. Ήταν «Ναι”. Το φοβόταν. Το απευχόταν. «Και τώρα;”

Σηκώθηκε σχεδόν ξέπνοη από το πάτωμα. Το νυχτικό της είχε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα. Έσυρε τα ξυπόλυτα βήματά της μέχρι την κουζίνα. Έβαλε νερό από το ψυγείο να καταπολεμήσει την αφυδάτωση. Μάζεψε τα μαλλιά της ψηλά. Άναψε τσιγάρο. Άγγιξε την ουλή στο δεξί αντίχειρα. Την χάιδεψε στοργικά. Έπιασε το κινητό.

«Καλημέρα!”
«Αγγελική; Στον ύπνο σου με έβλεπες; Τι ώρα είναι;”
«Δεν είναι και τόσο νωρίς. Θέλω τη βοήθειά σου…”
«Βοήθεια, ακούω… Και με τι αντάλλαγμα; Θα μου κάτσεις επιτέλους;’
«Γιώργο! Σύνελθε! Μιλάω σοβαρά κι εσύ…”

Ο Γιώργος… πόσα χρόνια τον ήξερε; Δεν τολμούσε να μετρήσει. Πάντα είχε έναν μοναδικό τρόπο να την εκνευρίζει. Καταστροφικό ζευγάρι για λίγο. Φίλοι στη συνέχεια.

«Λέγε, Νεράιδα…Τι συνέβη, πάλι;”
Είχε πολύ καιρό να την αποκαλέσει έτσι. Όπως στον μεγάλο τους έρωτα. Θυμάται μετά σχεδόν να τον μισεί. Τον κατηγορούσε μέχρι και για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, χωρίς η ίδια να είναι επακριβώς αυτό στο οποίο παραπέμπει το μικρό της όνομα.

«Αγγελικούλα μου;”
Την επανέφερε στο παρόν. Το παρελθόν έμοιαζε βολικότερο τώρα…
«Είμαι… ΕΙΜΑΙ ΕΓΚΥΟΣ!”

Το ξεστόμισε λες και έκανε επίθεση με βόμβα νετρονίου.
«Συγχαρητήρια.” η φωνή σχεδόν αδιάφορη.
«Με δουλεύεις;” με ειλικρινές παράπονο.
«Μωρή… Παντρεμένη είσαι, έγκυος έμεινες. Τι είπε ο Χρήστος;”
«Δεν θα του το πω.”
«Και ο λόγος είναι…;;;”
ώρες-ώρες αυτή η μαιευτική μέθοδος την έφτανε στα όριά της, τώρα απλά ήθελε να γελάσει με την ειρωνεία.

«……”

«Αγγελική;!”

Δεν μπορεί να απαντήσει. Έχει ξεσπάσει σε λυγμούς. Δεν ξέρει τι ακριβώς αισθάνεται. Ντροπή; Τύψεις; Αηδία;

«Σώπασε… έλα! Έλα νεράιδα μου! Σσσσσς! Δεν μου είχες πει ότι έβαλες τέλος; Ψέματα μου είπες!”
Δεν είχε πει ψέματα. Απλά άρχισε πάλι.

«Θα του το πεις;”
«Όχι!”
Γιατί να του το πει; Ήθελε πάση θυσία να αποφύγει να ακούσει…
«Τι θα κάνουμε;”
Πάντα πρώτο πληθυντικό! Να! Για αυτό τον αγαπούσε…
«Θα πληρώσω το τίμημα της ελευθερίας… Άμεσα! Θέλω μόνο να έρθεις μαζί μου… Σε παρακαλώ;” έχει ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. Μιλά η λογική τώρα.

«Αγγελικούλα… Κι αν το θέλει το παιδί;” σχεδόν την ικετεύει.
” Με άκουσες! Θα το περάσω με αξιοπρέπεια! Αν δεν θες να βοηθήσεις, να μου το πεις!” του έβαλε τις φωνές. Είχε αγγίξει ευαίσθητη χορδή. Πονούσε.

«Τον αγαπάς.” κατέληξε.
Την ήξερε. Περήφανη, ξεροκέφαλη και ανόητη μέχρι τελικής πτώσεως λόγω του προφανούς. Ζήλευε λίγο. Θυμήθηκε πώς της είχε φερθεί κάποτε.

«Ίσως.” δεν τολμούσε να το παραδεχτεί ούτε στον ίδιο της τον εαυτό.
«Ο Χρήστος θα το ήθελε το παιδί!” Δεύτερη βόμβα. Ναπάλμ.
«Να του φορτώσω ένα παιδί ξένο; Τόσο πια ξετσίπωτη με θεωρείς;” εξαπολύει μύδρους. «Εάν το κρατούσα, θα το έκανα μόνη μου!” τον βάζει στη θέση του με στόμφο.
«Εντάξει, Αγγελική μου. Με το μέρος το δικό σου είμαι! Μην πυροβολείς! Τι έχεις κατά νου; Πότε θα πάμε; Χρήματα, έχεις;”
«Θα σε ξαναπάρω για λεπτομέρειες. Ευχαριστώ!”

Του το έκλεισε, δίχως να πει ένα «γεια”. Ξάπλωσε στο δροσερό πάτωμα. Το νυχτικό είχε πια στεγνώσει πάνω της. Γύρισε στο πλάι. Μάζεψε τα γόνατα στην κοιλιά σε στάση εμβρύου. Δεν έκλαψε. Αναστέναξε μόνο. Σηκώθηκε πήρε το τηλέφωνο. Σε λίγο άκουσε τον εαυτό της ήρεμα και μάλλον μελιστάλαχτα να λέει:

«Καλημέρα, γιατρέ μου. Για την διακοπή μιας κύησης, πότε μπορώ να περάσω;”

 

Παρασκευή Παπία

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Advertisements