Τα χέρια σου, πεσμένα κάτω, στον αέρα. Το κεφάλι σου βαρύ, δε το κουμαντάρεις. Τα μάτια σου κοιτάνε χάμω. Η φιγούρα, η κατάλευκη φιγούρα που έβλεπες, έχει κι αυτή τώρα πυκνώσει. Έχει θρασεύσει στα χέρια σου κι απ’ τη παλάμη, απ’ τα δάχτυλα, φτάνει στις άκρες αυτών. Και στον αέρα, σχηματίζονται πολλές κατάλευκες φιγούρες που καταλήγουν «ομαδικά» γύρω απ’ τα πόδια σου, πάνω σε αυτά.

Φιγούρες, σαν και τη πρότερη αλλά πιο χοντρές, πιο σπιθοβολές φιγούρες. Φιγούρες που βλέπεις να πέφτουν σαν κλαμένες σταλαματιές. Ένα σφίξιμο νιώθεις στο κορμί σου, ένα μάζεμα των χεριών σου, όπως είναι… και ένα σήκωμα… Είσαι σηκωμένος στον αέρα, σε έχουν γραπώσει και σε πονάνε τα κλαδιά, σε έχουν αγκαλιάσει.

Οι φιγούρες ξεδιαλύνουν, αρχίζεις και βλέπεις. Οι κόρες σου πρασινίζουν και γίνονται όπως ήταν. Σε σφίγγουν, και σε σηκώνουν πιο ψηλά. Οι φιγούρες, η γεύση, αυτό που δεν έβλεπες, που δεν ήσουν σίγουρος τι γευόσουν. Είναι το αίμα που τρέχει απ’ τη μύτη σου, αίμα απ’ τα σφαγμένα σου, απ’ τα γδαρμένα σου χέρια.

Τα κλαδιά σε γυρίζουν να κοιτάξεις τη μπαλκονόπορτα. Το ξύλο αρπάζει φωτιά, καίγεται μόνο ψηλά στη κορυφή. Μια τρυπά σχηματίζεται, και η φωτιά σβήνει. Μια φωνή ακούς να έρχεται από μακριά, να χάνεται στο χάος, να ακούγεται μέσα από άβυσσα βουνά, και να πλησιάζει. Αυτό που τόσο ήθελες να ξαναδείς. Αυτό που νόμιζες ότι χάθηκε. Αυτό που μπόρεσε να σε μισολυτρώσει.

Αυτό, η μορφή που σου φανερώθηκε και έφυγε. Γύρισε να μιλήσετε. Να σου δώσει έστω αυτά που ένιωσες τη στιγμή που την είδες. Να την ρωτήσεις γιατί έφυγε τόσο βιαστικά. Να τη ρωτήσεις τι είναι. Γιατί άπλωσε το χέρι της κι ήθελε να σε πάρει μαζί της; Ακόμη δεν έχει φανερώσει το πρόσωπό της. Οι δυο κατακίτρινες φλόγες που ήταν μες στα μάτια της, δε τις βλέπεις. Μένει φυλαγμένη πίσω απ’ το πατρονάρισμα της Μαύρης Θλίψης. Της μιλάς, της λες να σου πει το όνομά της. Αλλά αυτή ούτε σου μιλάει, ούτε σου δείχνει αυτό που είχες δει. Τα κλαδιά σε σφίγγουν. Πονάς. Γιατί σε σφίγγουν τόσο πολύ, τι έχουν μαζί σου;

Αυτά εισέβαλαν και σου άρπαξαν το σώμα, σε τράβηξαν. Εσύ γιατί πρέπει να υποφέρεις;
Την παρακαλάς να σου μιλήσει, να σου φανερωθεί, να σου εξηγήσει τι στο καλό, γιατί σου προκαλεί τόσο πόνο! Αφού είσαι ικέτης, είσαι δέσμιος της Άρνησής της. Η απελευθέρωση του σώματός σου, του μυαλού σου, εξαρτάται απ’ τη Σιωπή της…

 

Μίλα που να σε πάρει! Γιατί κρύβεσαι!; Φανερώσου!

Είσαι οργισμένος, το στέρνο σου φουσκώνει και ξεφουσκώνει, ο λαιμός σου έχει πρηστεί. «Αγκαλιάζεις σφιχτά» τα χέρια σου και τα κάνεις γροθιά. Το αίμα απ’ τις πληγές, πιέζεται, η πέτσα ανοίγει. Τα ρουθούνια φυσάνε απ’ τον θυμό σου και κουνάνε τα πορτοκαλί φύλλα, που δεν έχουν σταματήσει να βγαίνουν. Το αίμα τα κάνει, τους δίνει ακόμη πιο παχύρρευστο, πορτοκαλί χρώμα…

Τα κλαδιά ξεσφίγγουν, η μαύρη σκιά ανοίγει, ένα φως σε τυφλώνει, κλείνεις τα μάτια. Τ’ανοίγεις και βλέπεις έναν ήλιο να κατεβαίνει μέσα στον ανέγγιχτο Κόσμο της Σκιάς. Ένας ήλιος, μικρός, με δυο σύννεφα που γυρνάνε συνεχεία γύρω του… Ο ήλιος δεν εκπέμπει, τόσο τις ακτίνες του, τις «ελαφραίνει». Τα σύννεφα κατεβαίνουν από κάτω του. Ο ήλιος πάει ακόμη πιο πίσω. Τα σύννεφα ακόμη ν’ ανεβούν. Ο ήλιος έχει σχεδόν χαθεί…

Ξάφνου, ένα κορμί. Ένα γυναικείο κορμί που πατάει πάνω στα δυο σύννεφα, εμφανίζεται. Είναι γυμνό, με τη πλάτη γυρισμένο. Έχει εβενόχρωμα μακριά μαλλιά. Τα δυο σύννεφα μαυρίζουν, μοιάζουν στα μαλλιά της. Τα κλαδιά σε πάνε πιο κοντά… πιο κοντά στο γυμνό κορμί. Ένα κλαδί τυλίγεται στο χέρι σου, στο σηκώνει. Το γυμνό κορμί πλησιάζει το χέρι σου.

Το χέρι σου, εισχωρεί στον λιγοστό, ηλιόλουστο αέρινο Σκιόκοσμο. Αφήνει τα μαλλιά του να ακουμπήσουν τις άκρες των δαχτύλων σου. Το άντυτο κορμί ρίχνει το εβένινό του μακρύ μαλλί, μπροστά. Η πλάτη του κορμιού, είναι στο χέρι σου. Το εβένινο μακρύ μαλλί έχει γίνει πλεξούδα και έχει ριχτεί μπροστά στο γυμνωμένο της, αφανέρωτο στήθος. Το πληγιασμένο σου χέρι, είναι στη ράχη του γυμνού κορμιού…

Το πρόσωπό της δε το έχει δείξει, το φώναγμά της είναι αδήλωτο, μόνο το κορμί της, δεν είναι παρθένο…

Χρήστος Γνωμικός

Ακολουθήστε μας στο facebook

Advertisements