Δε θα’ρθω πια· τα κόκκινα κλαδιά δε θα πατήσω,
μες στις μολόχες δε θα ψάχνω τα ίχνη σου να βρώ·
με των μαλλιών σου το αχυρένιο το δεμάτι
για πάντα σε ονειρεύτηκα και σε κρατώ.

Με πορφυρό χυμό βατόμουρων στο δέρμα
έτσι όμορφη, γλυκειά και τρυφερή,
με λιόγερμα τριανταφυλλένιο μοιάζεις
και με το χιόνι που ακτινοβολεί.

Οι σπόροι των ματιών σου πάνε, μαραθήκαν,
έλιωσε ως ήχος τ’ όνομά σου το λεπτό,
μα απ’ τα παρθένα χέρια, στο παλιό μαντίλι,
μένει το μύρο του μελιού μεθυστικό.

Στην ήρεμη ώρα που στη γη ο αποσπερίτης
πλένει το στόμα με το ποδαράκι του ως γατί,
απ’ τ’ αγεριού τις μουσικές κερήθρες
ακούω για σένανε ομιλία σιγαλινή.

Τώρα ας μου ψιθυρίζει το γαλάζιο βράδι
πως είσουν όνειρο· όποιος έχει εμπνευστεί
απ’ του κορμιού σου κι απ’ των ώμων σου τη χάρη
τ’ άγιο μυστήριο με τα χείλη του έχει ασπαστεί.

Δε θα΄ρθω πια· τα κόκκινα κλαδιά δε θα πατήσω,
μες στις μολόχες δε θα ψάχνω τα ίχνη σου να βρώ·
με των μαλλιών σου το αχυρένιο το δεμάτι
για πάντα σε ονειρεύτηκα και σε κρατώ.

1915-1916

Advertisements