«Την εργασία μου την προσέχω,
και την αγαπώ…
Και μες την τέχνη ξεκουράζομαι
απ’τη δούλεψή της»

Κ. Π. Καβάφης

καβαφης.jpg

Κ. Π. Καβάφης

Όταν με μάτι κριτικό μελετούμε το έργο ενός κορυφαίου ποιητή και βλέπουμε με πόση γνώση των στόχων, με ποιόν έλεγχο των μέσων κατορθώνει ο άξιος τεχνίτης του λόγου να δαμάσει με τη σύνθεση τα υλικά του και να επιτύχει το αποτέλεσμα που θέλει, καταλαβαίνουμε τη σημασία της αλήθειας που δεν κουράζονται να υπογραμμίζουν οι θεωρητικοί της Τέχνης: ότι με το ποίημα (γενικότερα το καλλιτέχνημα) δεν γίνεται μόνο με την κεντρισμένη και υπερθερμασμένη (από τη διέγερση του θυμικού) φαντασία, αλλά και με μια ρωμαλέα σκέψη, προϋποθέτει λοιπόν στον δημιουργό έναν άρτιο και συντονισμένο οπλισμό της διάνοιας. Αν ονομάσουμε με αρχαίες και ένδοξες λέξεις της γλώσσας μας οίστρο το πρώτο στοιχείο και σοφία το δεύτερο, μπορούμε να διατυπώσουμε αυτή την αλήθεια με πολύ απλή πρόταση: το ποίημα γεννιέται από τον ευτυχισμένο γάμο του οίστρου με τη σοφία. Σύμπραξη που δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε πάντοτε αποδοτική, γιατί και όταν από καλή σύμπτωση συναντηθούν οι δυο γενεσιουργές δυνάμεις, πολύ συχνά η μια είτε δεν έχει την ένταση και το ποιόν της άλλης, και επομένως η εισφορά της στο κοινό έργο είναι ασήμαντη, είτε είναι τόσο αδιάλλακτα απαιτητική, ώστε δεν μένει ποτέ ικανοποιημένη από την άλλη και αποφασίζει να δουλέψει μόνη, οπότε πάλι το προϊόν είναι θανατογεννημένο.

Την σοφία του ποιητή τη βλέπει κανείς και τη χαίρεται σε κάθε επιτυχημένο έργο του. Την αποκαλύπτουν, στο έμπειρο μάτι, και οι αποτυχίες του, τα παιδιά που γεννήθηκαν ανάπηρα, ή (συχνότατα) πρόωρα, και που αναγκάζεται πνίγοντας τη στοργή του να τα αποκηρύξει.

Ένας από τους σοφότερους (με το παραπάνω νόημα) ποιητές μας είναι κατά γενική αναγνώριση, ο Καβάφης. Για τούτο απάνω στο δικό του έργο θα προσπαθήσω να δείξω πόσο και αυτό ακόμη το ποίημα που υποτίθεται ότι είναι καθαρά συγκινησιακό, άρα «αντιδιανοητικό» προϊόν, χτίζεται (θεμελιώνεται, συναρμολογείται, οργανώνεται) με τη σκέψη.

Μπορούμε άραγε και στις πνευματικές επιχειρήσεις να διακρίνουμε την τακτική από τη στρατηγική (όπως κάνουμε στις στρατιωτικές); Δεν είμαι βέβαιος αν οι δυο έννοιες έχουν με τη χρήση αποκτήσει εντελώς ξεκάθαρο περιεχόμενο· και έτσι όμως όπως τις διαχωρίζει η κοινή γλώσσα, ταιριάζουν σε κάθε εμπρόθετη πράξη του προορατικού και διορατικού, δηλαδή του σκεπτόμενου ανθρώπου. Επομένως και στην ποιητική (την καλλιτεχνική γενικότερα) εργασία. Με τον όρο στρατηγική εννοούμε συνήθως την κατάστρωση ενός μελετημένου στο σύνολο και στις κύριες γραμμές σχεδίου που θέτει τελικές επιδιώξεις, τους «σκοπούς», τους ιεραρχεί και καθορίζει με ακρίβεια τους επιμέρους στόχους, στους οποίους αναλύεται ο καθένας. Η τακτική σημαίνει κάτι άλλο· είναι η μεθόδευση του αναλαμβανομένου έργου, η συμφωνία με κάποιους δοκιμασμένους κανόνες εκτέλεση του με τέτοιο τρόπο ώστε το στρατηγικό σχέδιο που έχει δοθεί να πραγματοποιηθεί ασφαλέστερα, γρηγορότερα και οικονομικότερα.

Αν είναι έτσι τα πράγματα, μας επιτρέπεται -νομίζω- να παραδεχτούμε ότι είναι άξιος ο ποιητής, εκείνος που δεν αφήνεται ανυπεράσπιστος στις ιδιοτροπίες της φαντασίας, ή στους αυτόματους συνειρμούς της μνήμης (κατά το δόγμα του υπερρεαλισμού), δεν έχει στις συνθέσεις του μόνο το στρατηγικό σχέδιο, αλλά και την τακτική του. Με αυτήν μεθοδεύει την εργασία του ώστε να εκτελέσει τις προθέσεις του με τον προσφορότερο και αποτελεσματικότερο, αλλά και νομιμότερο τρόπο.

Μεγάλοι τεχνίτες του λόγου έχουν στις προσωπικές σημειώσεις και στην αλληλογραφία τους αποκαλύψει τις ανησυχίες και τις έγνοιες τους σ’αυτόν τον σκληρό αγώνα που δίνουν σε κάθε φάση της ποιητικής δημιουργίας, για να οργανώσουν τη δουλειά τους όπως απαιτεί το «πρόγραμμα» που έχουν τάξει στον εαυτό τους. (Ας θυμηθούμε εδώ τους «Στοχασμούς» του Σολωμού). Οι περισσότεροι όμως (της κοινής κλίμακας) δεν αγαπούν να μιλούν για το πώς «μεθοδεύουν» το έργο τους – ίσως από φόβο, μήπως μια τέτοια εξομολόγηση θέτει σε αμφιβολία τη δύναμη της «εμπνοής» που τους οιστρηλατεί.

Ένας κατ’εξοχήν «διανοητικός» (όπως λέγεται συνήθως) ποιητής σαν τον Καβάφη, που όλα τα λογάριαζε και τα λεπτολογούσε δουλεύοντας με επιμονή και επιμέλεια ακαταπόνητου εντόμου το κάθε ποίημά του, δεν μπορούσε παρά να έχει σκεφτεί και εφαρμόσει ένα δικό του τρόπο σύνθεσης, για να φτάνει ο λόγος του στο αποτέλεσμα που επιδίωκε. Ποια είναι άραγε η τακτική του;

– Για το ειδικό βάρος της ποίησης του (την ηδονολατρεία, την τραγική ειρωνεία, την πικρή γεύση της ιστορίας, τον διδακτισμό του κλπ.), καθώς και το ψυχολογικό υπόβαθρο του έργου του έχουν γραφτεί αξιόλογες μελέτες από δικούς μας και ξένους κριτικούς. Για την τακτική του μένουν ακόμη να ειπωθούν πολλά. Μικρή συμβολή στη διερεύνησή της ας θεωρηθεί το σημερινό μου άρθρο.

Η τακτική του Καβάφη δεν είναι καθόλου απλή· αποτελείται από πολλούς «κανόνες», που ο καθένας τους εφαρμόζεται ανάλογα με τις περιστάσεις. (Τούτο φαίνεται ότι είναι αξίωμα για τον καλό «τακτικό» ). Εδώ θα επισημάνω το κυριότερο.

Θα τον έλεγα κανόνα του αιφνιδιασμού. (Το πανάρχαιο μέσον της ενέδρας που δεν την υποψιάζεται ο αντίπαλος). Ιδού πώς τον επιχειρεί ο Αλεξανδρινός «λόγιος».

Το τίναγμα από το καβαφικό ποίημα έρχεται στο τέλος, στους δυο-τρεις τελευταίους στίχους του. Αρχίζεις  το διάβασμα ανύποπτος, γιατί τίποτα δεν προμηνάει τι θα επακολουθήσει. Ο χαμηλός αφηγηματικός τόνος, η πεζή έκθεση των γεγονότων, το απλό σκηνικό (με όλη την εντυπωσιακή κάποτε γραφικότητά του), η γνώριμη εικόνα που σου παρουσιάζεται, δεν σε προετοιμάζουν να περιμένεις τίποτα το εξαιρετικό. Όλα φαίνονται πως ξετυλίγονται ομαλά μέσα στο κλίμα της καθημερινότητα, ή στο πλαίσιο μιας παλιάς, «κλεισμένης» ιστορίας. Και βηματίζεις άνετα με τα λεγόμενα. Αίφνης γίνεται κάτι που δεν το είχες φανταστεί: ό,τι έβλεπες ως τώρα ήταν ένα προπέτασμα- αυτό πέφτει ξαφνικά και πίσω του εμφανίζεται μια άλλη παράσταση, όπου τα πράγματα μπαίνουν σε μια νέα τάξη, αληθινή αυτή τη φορά, που δείχνει πόσο απατηλή ήταν η πρώτη εικόνα. Η εντύπωση είναι συγκλονιστική. Ενώ πριν ένιωθες στέρεο το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, τώρα έχεις το συναίσθημα ότι έχασες το βάρος σου (τις αναμφισβήτητες έως την ώρα εκείνη «βεβαιότητές» σου) και βρίσκεσαι στον αέρα. Το σύννεφο που σου σκέπαζε πριν τα μάτια, έχει διαλυθεί και σου αποκαλύπτεται μια άλλη πραγματικότητα – η πραγματικότητα (κατά τον ποιητή) με την ανοικτίρμονη αλήθεια της. Ένα πρόσωπο καθόλου ξένο που προσπαθούσες όμως να το αποφύγεις. Και που τώρα σε παρατηρεί κατάματα και σου μορφάζει με σημασία…

Για να εννοήσεις επιτέλους. Τι; -Αυτά που θέλει να σου υποβάλει ο ποιητής με τη μυθοποίηση της ζωής του, και μ’εκείνα τα εκπληκτικά ιστορικά του «πορτραίτα» (ο εύστοχος όρος είναι του Κ. Θ. Δημαρά). Και που είναι πάρα πολλά – όλη η περιώνυμη καβαφική φιλοσοφία και «διδαχή». Παραδείγματος χάρη:

Πόσο παράλογη, αντιφατική είναι στο βάθος της η ζωή του ανθρώπου και πόσο αφόρητη γίνεται με τη φθορά του χρόνου. Πόσο πικρό είναι τελικά το μνημονικό απόσταγμα των ηδονών που τόλμησε, και προπάντων εκείνων που από απερισκεψία παράλειψε να τρυγήσει. Τι δεινή δοκιμασία περνάει η αξιοπρέπειά του κάθε φορά που αναγκάζεται να την υπερασπιστεί. Τι αδυσώπητος που είναι ο τροχός της μοίρας σε όσους η φορά των πραγμάτων έχει σηκώσει ψηλά. Πόσο σοφός είναι εκείνος που είστε αγωνιζόμενος σοβαρά είτε παίζοντας έφτασε στην ‘’κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων΄΄ κτλ. κτλ.

Η τακτική αυτή του Καβάφη είναι φανερή σε πολλά από τα καλύτερα ποιήματα της ωριμότητας του· αν προσέξουμε μάλιστα περισσότερο, θα βεβαιωθούμε ότι προετοιμάζεται (δοκιμάζεται, θα έλεγα πιο σωστά) στα νεανικά του κείμενα. Και χρησιμοποιείται άλλοτε για να κεραυνοβοληθεί ο αναγνώστης από το τραγικό νόημα του ποιήματος, και άλλοτε για να δεχτεί το χτύπημα με χιουμοριστική διάθεση. (Του ίδιου ποιητή έργο, έλεγε ο Πλάτων, είναι και η τραγωδία και η κωμωδία).

Από τα ποιήματα της πρώτης κατηγορίας θα μπορούσα για παράδειγμα να αναφέρω δύο ομόζυγα, που θέμα τους έχουν τον πόνο της σπαραγμένης καρδιάς της μάνας: τη «Δέηση» και την «Απιστία». Στη «Δέηση» η μάνα του πνιγμένου ναύτη, ανήξερη, ανάβει στην εικόνα της Παναγίας ένα μεγάλο κερί για να γυρίσει πίσω γερό το ταξιδεμένο της παιδί, «όλο προς τον άνεμο στήνοντας τ’αυτί». Η αφήγηση του περιστατικού είναι άχρωμη, και με τη φτηνή τους ομοιοκαταληξία τα δίστιχα μοιάζουν παιδαριώδη. Στις δυο όμως τελευταίες γραμμές του ποιήματος (οχτώ είναι όλοι-όλοι οι στίχοι του) το σκηνικό αλλάζει απρόοπτα και στο βάθος του διαγράφεται σκληρό, φρικιαστικό το τραγικό στοιχείο:

Η εικών ακούει σοβαρή και λυπημένη
ξεύροντας που δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.

Στην «Απιστία» η αποκάλυψη που πάλι γίνεται ανέλπιστα στους τρεις τελευταίους στίχους του ποιήματος, είναι ακόμα πιο συγκλονιστική. Εδώ η μάνα του Αχιλλέα, οδυρόμενη για το θάνατο του παιδιού της, θυμάται τι υπόσχεση είχε δώσει στο τραπέζι του γάμου της ο θεός Απόλλων για τον βλαστό που θάβγαινε από την ένωσή της με τον Πηλέα: πώς ποτέ δεν θ’αρρωστήσει και θα΄χει μακρά ζωή. Τι έκανε λοιπόν ρώτησε η Θέτις, «ο σοφός Απόλλων», πού βρισκόταν «ο προφήτης», όταν σκοτωνόταν ο Αχιλλέας στα πρώτα του νιάτα; – Έως τη στιγμή αυτή το ιστόρημα με την (εθελημένη, θα’λεγε κανείς) πεζολογία του δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, και ο αναγνώστης θα είχε όλη τη διάθεση να το εγκαταλείψει. Αλλά τότε ακριβώς ο ποιητής με το μαγικό ραβδί του αλλάζει απότομα τη σκηνή και από το βάθος της φανερώνεται σε όλη τη φρίκη του το παρά-λογον της θεικής βούλησης:

Κ’οι γέροι της απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα.

Από τα ποιήματα της δεύτερης κατηγορίας, τα «χιουμοριστικά» του Καβάφη (που το κουκούτσι τους είναι πάντα γλυκόπικρο) για χαρακτηριστικά της τακτικής του θα αναφέρω πάλι δύο, άσχετα όμως μεταξύ τους: το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» και την «Εύνοια του Αλέξανδρου Βάλα». Στο πρώτο η εικόνα του αποκαμωμένου αυτοκράτορα, των συνοφρυωμένων συγκλητικών, των σιωπηλών ρητόρων και το ήμερου πια όχλου της αιώνιας Πόλης που περιμένει τους βαρβάρους νικητές για να παραδοθεί, έχει  κεντηθεί με τέχνη και παρουσιάζεται με πολλή γραφικότητα ακριβώς για να’ρθει απροσδόκητη, στους δύο τελευταίους στίχους του ποιήματος, η μετάπτωση στο άλλο άκρο, στη θυμηδία, με τη διάλυση της έσχατης ελπίδας. Οι βάρβαροι δεν έρχονται και κατά μια πληροφορία δεν υπάρχουν καν:

Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Στο δεύτερο ποίημα μιλεί ο ευνοούμενος του Αλέξανδρου Βάλα (ενός τυχοδιώκτη που έφτασε ως το θρόνο της Συρίας). Στους αγώνες έσπασε μια ρόδα του αμαξιού του και έχασε τη νίκη. Δεν πρόκειται όμως -λέγει- να σκάσει για το πάθημα· απόψε θα διασκεδάσει και αύριο τα πράγματα θα διορθωθούν: οι εγκάθετοι του βασιλέα θα πουν «πως ο αγών δεν έγινε σωστός». Αν ήθελε μάλιστα, είναι ικανός να επιτύχει κάτι περισσότερο: να πάρει και χαμένος το βραβείο. Αλλά η «καλαισθησία» του -θα πει με το αμίμητο χιούμορ του ο Καβάφης στους δυο πάλι τελευταίους στίχους του ποιήματος- δεν του το επιτρέπει.

Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος, κι αν μυστικά τα είχα προστάξει-
θάβγαζαν πρώτα οι κόλακες και το κουτσό μου αμάξι.

Κωμική φιγούρα, θα πείτε, ο διεφθαρμένος νέος με τον κομπασμό του· ίσως. Όχι όμως και η χαμερπής κολακεία προς τους τυράννους· αυτή δεν είναι καθόλου αστεία. Στο βάθος του καβαφικού πορτραίτου υπάρχει και αυτός ο υπαινιγμός.

Τούτο είναι (αν βλέπω σωστά τα πράγματα) το κοντραπούντο, η ποιητική αντίστιξη στο έργο του Καβάφη. Παίζει, θα έλεγα, το παιχνίδι του σε δυο ταμπλώ: στο ένα εκθέτει απλά, πεζά πολλές φορές, το μυθοποιημένο περιστατικό (σαν χρονικό εφημερίδας, όπως έχει ορθά παρατηρηθεί)· στο άλλο με μια βαθιά και απροσδόκητη τομή δείχνει αιφνιδιαστικά την τραγική ή κωμική διάστασή του. Αντίθετα προς την πρώτη φάση που αναπτύσσεται κάποτε σε μεγάλο (για τον ολιγόλογο ποιητή) πλάτος, η διατύπωση είναι στη δεύτερη φάση αδρή, λιτή, αποφθεγματική.

Περίφημες οι τελικές αυτές «κορώνες» του Καβάφη. Και ανεπανάληπτες. Μερικοί από τους νέους ποιητές μας, επηρεασμένοι από το ύφος του, προσπαθούν να τον μιμηθούν και στο σημείο τούτο, αλλά μένουν πίσω, πολύ πίσω από τη μαστοριά του.

Δεν ισχυρίζομαι ότι η τακτική του Αλεξανδρινού ποιητή είναι αυτή και μόνο η μέθοδος που προσπαθώ να αναλύσω σ’αυτό το δοκίμιό του. Στη σύνθεση των ποιημάτων του ο Καβάφης μεταχειρίζεται πολλά «τεχνάσματα». Εδώ επισημαίνω ένα απ’αυτά, ίσως το αποτελεσματικότερο. (Για το δεύτερο μιλώ στην «Αισθητική» μου). Μια πιο συστηματική μορφολογική διερεύνηση του έργου του θα αποκαλύψει ασφαλώς περισσότερα. Και θα δείξει πόσο επινοητικός και δεξιοτέχνης είναι ο ποιητής της «Ιθάκης» στους τακτικούς ελιγμούς του.

Εφέτος (1973) έκλεισαν σαράντα χρόνια από το θάνατό του. Πόσοι από μας που είχαν την καλή τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά στην Αλεξάνδρεια του μεσοπολέμου, φαντάσθηκαν ποτέ ότι εκείνο το κοντό και ισχνό πλάσμα που όταν μας πλησίαζε τις βραδυνές ώρες, κάναμε τόπο στο τραπεζάκι του συνοικιακού καφενείου για να καθίσει λίγο μαζί μας και να ξεχάσει τη μοναξιά του -θα αναγνωριζόταν μια μέρα σαν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα μας, ελληνικός ταυτόχρονα και οικουμενικός; Ο ίδιος το είχε προβλέψει και επειδή ήξερε ότι η ποίησή του είναι μια ποίηση κατ’εξοχήν «σοφή», ότι «έλκυε προς τη διανοητική συγκίνηση», ήταν βέβαιος ότι «θα τον εκτιμήσουν ακόμα περισσότερο οι γενεές του μέλλοντος παρακινημένες από την πρόοδο των ανακαλύψεων και την λεπτότητα του νοητικού μηχανισμού των». (Η παρατήρηση είναι δική του). Δεν διαψεύσθηκε.

Ε. Π. Παπανούτσου – «Το δίκαιο της πυγμής» (εκδόσεις Νόηση)

iTravelPoetry

 

Advertisements