Τέτοιες στίγμες, απόγνωσης και πόνου,
της τιμωρίας που μ’ επέβαλε η ζωή
-μιας που με πάθος εγώ τόλμησα να ζήσω
κι αυτή σαν άλλον Ίκαρο μου πήρε τα φτερά,
σε σκέφτομαιι γυμνή πως δίπλα μου ξαπλώνεις,
και με συμπόνια στο στόμα με φιλάς
Φέρνεις τα στήθη σου με τρόπο πιο κοντά μου
κι από τις ρόγες σου ρουφάω απανεμιά
Πως δεν πειράζει στο αυτί μού ψυθιρίζεις
και το κεφάλι μου χαιδεύεις στοργικά
Στο στήθος μου τα χείλη σου ν’ απλώνεις
ομοιοπαθητικά τον πόνο να νικάς
Κ’ ύστερα, λίγο πιο ‘κει, απ’ τ’ ομφαλό πιο κάτω
με παρρησία σιωπηλά μου λες πως μ’ αγαπάς.
Κι εν τέλει, προς παλιννόστηση
βυθίζομαι εντός σου ταπεινά
Και ‘συ, με των χεριών τις άκρες
εκεί, μετά τη μέση, προσφέρεις αγκαλιά.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Advertisements