Ήξερε μονάχα κάτι παλιούς σκοπούς αργούς κι απλούς, κάτι ρομάντσες του περασμένου αιώνα, που έπαιρναν μια ατέλειωτη τρυφερότητα, όταν τις μουρμούριζε με την αδεξιότητα μαθητή κατασυγκινημένος. Στις θερινές βραδιές, όταν η συνοικία κοιμόταν και το ανάλαφρο αυτό τραγούδι έβγαινε από το μεγάλο δωμάτιο το φωτισμένο μ’ ένα σπερματσέτο, θα ΄λεγε κανείς πως άκουγε μια ερωτική φωνούλα, τρεμάμενη και σιγανή, που εμπιστευόταν στη μοναξιά και στη νύχτα, ότι δε θα μπορούσε ποτέ να το πει τη μέρα… Άλλωστε του άρεσε το σκοτάδι. Τότε καθόταν μπροστά σ’ ένα παράθυρο, αντίκρυ στον ουρανό, κι έπαιζε στα σκοτεινά. Οι διαβάτες σήκωναν το κεφάλι κι αναρωτιόντουσαν από που τάχα ερχόταν αυτή η τόσο αδύναμη κι όμορφη μουσική που έμοιαζε σαν κελάηδισμα απόμακρου αηδονιού… (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Αποσπάσματα:

Ο παράδεισος του Ζουλιέν, το μέρος όπου ανέπνεε ελεύθερα, ήταν το δωμάτιό του, εκεί μόνο καταλάβαινε πως έβρισκε προστασία και δεν ήταν εκτεθειμένος στα πειράγματα του κόσμου.

Ζωγράφιζε λίγο, πάντα το ίδιο κεφάλι, μια γυναίκα σε προφίλ, με ύφος αυστηρό, πλατιές κορδέλες στα μαλλιά και μαργαριταρένιες δαντέλες στο λαιμό. Αλλά το πάθος του ήταν η μουσική. Βραδιές ολόκληρες, έπαιζε φλάουτο. Αυτό ήταν απ’ όλα η μεγάλη του διασκέδαση.

Αυτή η δεσποινίς, η τόσο σοβαρή κι αριστοκρατική που ζούσε κοντά του, τον απέλπιζε. Δεν τον κοίταζε ποτέ, αγνοούσε την ύπαρξή του. […] υπέφερε τρομερά για την περιφρόνηση αυτής της κόρης. Γιατί δεν τον κοίταζε ποτέ; Έβγαινε στο παράθυρο, κοίταζε με τη μαύρη της ματιά τον ερημικό πλακόστρωτο δρόμο κι έφευγε χωρίς να μαντεύσει την αγωνία του νέου που βρισκόταν αντίκρυ της, στην άλλη μεριά της πλατείας.

Κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα, ένιωθε να τον πλημμυρίζει ο τρόμος που του ενέπνεε, ένας τρόμος που λες και τον αρρώσταινε. Τα γόνατά του τα αισθανόταν τσακισμένα σα να ‘χε ώρες περπατήσει. Κάποτε ονειρευόταν πως τον κοίταζε άξαφνα, πως του χαμογελούσε και τότε δεν φοβόταν πια.

[…] Έπειτα τον έπιανε λύσσα. Στεκόταν βδομάδες στο παράθυρο και την κοίταζε με τις ματιές του. Δυο φορές μάλιστα της έστειλε κάτι φλογερά φιλιά με τη βιαιότητα εκείνη των δειλών ανθρώπων, όταν το θράσος τους κάνει σαν τρελούς.

Να κοιμηθείς, να κοιμηθείς για πάντα! Πόσο θα ‘ταν αυτό καλό, όταν δεν έχει πια κανείς τίποτα μέσα του που ν’ αξίζει να μένει ξύπνιος

Το τρομερό παιδί των γαλλικών Γραμμάτων, ο συγγραφέας του «Ζερμινάλ» και του «Κατηγορώ», αμφισβητίας, ενθουσιώδης και συχνά προκλητικός, αιχμηρός διανοούμενος του 19ου αιώνα, που έγραφε χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες, ο Εμίλ Ζολά συγκαταλέγεται στους στρατευμένους καλλιτέχνες, ενώ πολλά άρθρα του σε εφημερίδες, λειτουργούν μέχρι σήμερα ως διαχρονικά υποδείγματα μαχόμενης δημοσιογραφίας και ως πολύτιμες ιστορικές μαρτυρίες. O Εμίλ Ζολά, από τις πιο ονομαστές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας και αρχηγός της νέας τότε νατουραλιστικής σχολής. Τα χειμαρρώδη μυθιστορήματά του τον κατατάσσουν μεταξύ των κορυφαίων εκπροσώπων του νατουραλιστικού μυθιστορήματος τον 19ο αιώνα. Στις σελίδες του Ζολά αποτυπώνεται με σαφήνεια η σκληρή πραγματικότητα της εποχής, τα ήθη και τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, το οικονομικό αδιέξοδο, το πολυδιάστατο ανθρώπινο δράμα. Η θεματολογία αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο των σπουδαίων και πολυδιαβασμένων μυθιστορημάτων του, ενώ η διαχρονικότητά τους επιβεβαιώνεται από τη σκληρή σημερινή πραγματικότητα.

Λίγα λόγια:

Ο Εμίλ Ζολά (Émile Édouard Charles Antoine Zola, 2 Απριλίου 1840 – 29 Σεπτεμβρίου 1902) ήταν Γάλλος συγγραφέας, ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της λογοτεχνικής σχολής του νατουραλισμού και σημαντικός παράγοντας της ανάπτυξης του θεατρικού νατουραλισμού. Έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην πολιτική φιλελευθεροποίηση της Γαλλίας και στην απαλλαγή του λοχαγού Άλφρεντ Ντρέιφους, ο οποίος κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε άδικα, γεγονός που συνοψίζεται στη διάσημη ανοιχτή επιστολή του με τίτλο «Κατηγορώ». Ο Εμίλ Ζολά ήταν υποψήφιος για Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1901 και το 1902. Το έργο του Εμίλ Ζολά ξεχώρισε όχι μόνο αναδεικνύοντας το ρεύμα του νατουραλισμού, αλλά πρωτίστως επειδή άσκησε τεράστια κοινωνική επιρροή με το έργο και τις παρεμβάσεις του.

Η ζωή του:

Γεννήθηκε στο Παρίσι στις 2 Απριλίου του 1840. Μία από τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις του Εμίλ Ζολά ήταν η θύμηση μίας μεγάλης γιορτής που έκανε ο πατέρας του, στην Αιξ-αν-Προβάνς της Γαλλίας το 1844, επ’ ευκαιρία των εγκαινίων ενός υδραγωγείου που είχε αναλάβει. Αλλά δεν πήγαιναν πάντα καλά οι δουλειές του κυρίου Ζολά. Όταν πέθανε δύο χρόνια αργότερα, άφησε σχεδόν απένταρους τη γυναίκα του και τον εξάχρονο γιο του.

Τα παιδικά χρόνια του Εμίλ πέρασαν μέσα στη δυστυχία και τη μιζέρια. Το σχολείο που πήγαινε ήταν τόσο φτωχό και είχε τόσους λίγους δασκάλους, που χωρίς να διαβάζει πολύ ο μικρός Ζολά έβγαλε μ’ ευκολία τις πρώτες τάξεις. Η μοναδική χαρά και η πραγματική μόρφωση που πήρε από το σχολείο, ήταν η στενή του φιλία με δύο συμμαθητές του. Ο ένας από αυτούς ήταν ο Πωλ Σεζάν, ο μετέπειτα διάσημος ζωγράφος.

Ο Εμίλ, ο Πωλ και το άλλο παιδί ήταν αχώριστοι. Πάντα και οι τρεις μαζί περνούσαν τον καιρό τους τριγυρνώντας στις εξοχές και πάντα κουβαλούσαν στα σακκίδιά τους, εκτός από το φτηνό κολατσιό τους, και το βιβλίο κάποιου διάσημου Γάλλου συγγραφέα.

Όταν ο Ζολά έγινε 18 ετών πήρε μία υποτροφία για το Παρίσι και πήγε με τη μητέρα του να μείνει εκεί. Η μητέρα του ήθελε να τον δει νομικό, ωστόσο εκείνος απέτυχε να περάσει τις απαιτούμενες εξετάσεις δύο χρόνια αργότερα και έφυγε από τη σχολή.

Πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις και κακουχίες. Ζούσε σε μία κρύα σκοτεινή σοφίτα και συχνά το μοναδικό φαγητό του ήταν επί εβδομάδες ξερό ψωμί και λάδι. Έπειτα άρχισε να ασχολείται με το γράψιμο, εργαζόμενος στο κρεβάτι για να ζεσταίνεται και κρατώντας ένα κερί στο αριστερό του χέρι για να βλέπει.

Στο τέλος ένας φίλος του πατέρα του φρόντισε να μπει κλητήρας σ’ ένα εκδοτικό οίκο. Αν και ο μισθός του ήταν μικρός, μπόρεσε να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα και να εγκατασταθεί εκεί με τη μητέρα του και αργότερα με τη γυναίκα του. Κατόπιν άρχισε να αρθρογραφεί σε εφημερίδες σχετικά με τη λογοτεχνία, την τέχνη και την πολιτική. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι θέσεις του κατά του Ναπολέοντα και του ιερατείου. Έτσι, μέσα σ’ ένα χρόνο, τα έσοδά του αυξήθηκαν χάρη στα άρθρα που έστελνε σε εφημερίδες και στο πρώτο του βιβλίο.

Το πρώτο του έργο δημοσιεύτηκε πριν κλείσει τα 24 του χρόνια. Τρία χρόνια αργότερα παρουσίασε ένα δεύτερο μυθιστόρημα. Η επιτυχία του αυτή τον ενθάρρυνε και αποφάσισε στα 27 του χρόνια να εγκαταλείψει τη δουλειά του κλητήρα και να κερδίσει το ψωμί του μόνο από την πέννα του. Την επόμενη χρονιά, ο άσημος ακόμα νεαρός συγγραφέας πρότεινε σε έναν πλούσιο εκδότη να του δώσει μία προκαταβολή για να μπορέσει να βγάλει μία σειρά 20 μυθιστορημάτων που αφορούσαν τη γαλλική ζωή. Έτσι, μετά το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημά του, Τερέζ Ρακέν (1867), ξεκίνησε μία σειρά έργων με τίτλο “Λε Ρουγκόν Μακάρ. Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας υπό την Β΄ Αυτοκρατορία” (Les Rougon-Macquart. Histoire naturelle et sociale d’une famille sous le Second Empire), όπου περιλαμβάνονται περισσότερα από τα μισά μυθιστορήματά του, θέλοντας να αναλύσει με διεισδυτική κριτική ματιά τις πτυχές της τότε γαλλικής κοινωνίας. Σε αυτή τη σειρά συγκαταλέγεται Η ταβέρνα (1877), ένα αριστούργημα το οποίο εμβαθύνει στο φαινόμενο του αλκοολισμού και της φτώχειας στην εργατική τάξη. Επίσης, η Νανά (1880), που με τη συμβολική μορφή μιας πόρνης η οποία διαφθείρει την παριζιάνικη ελίτ, δηλώνεται η κατάπτωση της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, με το Ζερμινάλ (1885) —το καλύτερο ίσως έργο του— έστρεψε τον προβολέα στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων. Η Πτώση είναι το προτελευταίο μυθιστόρημα αυτής της σειράς, η οποία ολοκληρώθηκε το 1893.

Τον ίδιο καιρό είχε δημιουργηθεί μία ομάδα νεαρών λογοτεχνών που αυτοαποκαλούνταν «νατουραλιστές» και θεωρούσαν τον Ζολά δάσκαλό τους, γιατί πρώτος εκείνος είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη «νατουραλισμός» για να εξηγήσει τη ρεαλιστική μορφή που έδινε στα έργα του. Το 1880 ο Εμίλ Ζολά ήταν πλέον μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της λογοτεχνικής αστικής τάξης και διοργάνωνε πολιτιστικά δείπνα με τον Γκυ ντε Μωπασσάν, τον Ζορίς-Καρλ Υσμάν και άλλους συγγραφείς στην πολυτελή βίλα του (αξίας 300.000 φράγκων) στο Μεντάν κοντά στο Παρίσι.

Το άρθρο του Ζολά «Κατηγορώ!»

Στη συνέχεια, από τη βαθυστόχαστη καταγραφή των κοινωνικών προβλημάτων στράφηκε στη σοσιαλιστική ουτοπία με δύο τριλογίες του, Οι τρεις πόλεις και Τα τέσσερα Ευαγγέλια, με τη δεύτερη να μένει ανολοκλήρωτη. Το 1898, διάσημος πια και σεβαστός, ο Ζολά έμελλε να συνταράξει συθέμελα τη γαλλική κοινωνία και να διακινδυνεύσει τη σταδιοδρομία του καθώς ανακατεύτηκε στην περίφημη υπόθεση Ντρέιφους, που έκανε πάταγο εκείνη την εποχή. Ήταν ο μόνος που υπερασπίστηκε το Ντρέιφους στέλνοντας ανοιχτή επιστολή στο Γάλλο πρόεδρο, η οποία δημοσιεύτηκε στις 13 Ιανουαρίου του 1898 στο εξώφυλλο της παριζιάνικης καθημερινής εφημερίδας L’Aurore, του Ζωρζ Κλεμανσώ, υπό τον τίτλο “Κατηγορώ!”. Ο Ζολά ξεσκέπασε μία μηχανορραφία που κόστισε την ελευθερία στο στρατιωτικό Άλφρεντ Ντρέιφους εξαιτίας του αντισημιτισμού του Υπουργείου Αμύνης. Το γράμμα αυτό προκάλεσε αίσθηση σε όλο τον κόσμο. Η πρόθεση του Ζολά ήταν να κατηγορηθεί ο ίδιος για συκοφαντική δυσφήμιση ώστε να δημοσιοποιήσει τα νέα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του Ντρέιφους. Την αποκάλυψη ακολούθησαν δραματικά γεγονότα. Πολλές γαλλικές εφημερίδες τον χτύπησαν, μποϊκόταραν τα βιβλία του και ο ίδιος μόλις κατόρθωσε να σωθεί από τη μανία του όχλου δραπετεύοντας στην Αγγλία. Το γράμμα του όμως έφερε το αποτέλεσμα που ήθελε. Έγινε αναθεώρηση της δίκης και ο Ντρέιφους αποδείχτηκε αθώος, γεγονός που οδήγησε και στη μεταρρύθμιση του συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του χωρισμού εκκλησίας και κράτους.

Το 1902 ο Ζολά απεβίωσε, λόγω δηλητηρίασης από τις αναθυμιάσεις της σόμπας στην κρεβατοκάμαρά του. Στην κηδεία του θρήνησαν όχι μόνο οι Γάλλοι αλλά και όλος ο κόσμος.

 

 

Πηγή: απολαμεσος, ριζοσπάστης, wikipedia

Advertisements