Οι νεκροί μ’ ακούνε μόνο, κατοικώ μέσα σε λάκκους.
Ως το τέλος εγώ θα ’μαι ο αληθινός εχτρός μου.
Στους αχάριστους η δόξα, τα καλά μου στους κοράκους.
Τυραννίζουμαι και σπέρνω, και καρπό δε βλέπω εμπρός μου.

Όμως δεν παραπονιέμαι. Τι σημαίνει η κρύα η μοίρα,
η ντροπή, το καταφρόνιο, ή το πείσμα ενός κακού,
αφού μόλις και σ’ αγγίξω, του Απόλλωνα ω Λύρα,
πιο σοφά και πιο καθάρια μου βαρείς από προτού;

 μτφρ. Αργύρης Εφιαλιώτης
(1849-1923)

1, ΧΙΙ

Μόνο οι νεκροί μ’ ακούνε εμέ, τους τάφους κατοικώ,
εχτρός της ίδιας μου ζωής θα μείνω ως τα στερνά μου,
σκάβω και σπέρνω, αλλά ποτέ δε θ’ απολάψω θερισμό —
αχαριστία στη δόξα μου, κοράκια στα σπαρτά μου.

Μα δε θα παραπονεθώ, και τι σκοτίζεται ο βοριάς,
για καταφρόνιες, προσβολές, για του χυδαίου τη γνώμη;
Μου φτάνει εμέ, κάθε φορά, λύρα Απολλώνια, να χτυπάς,
καθώς σ’ αγγίζω, πιο σοφή και πιο καθάρια ακόμη.

 μτφρ. Μιλτιάδης Μαλακάσης
(1869-1943)

1, ΧΙΙ

Μέσα στους τάφους κατοικώ, μόνο οι νεκροί μ’ ακούνε,
εχθρός πάντα θανάσιμος θα μείνω του εαυτού μου,
οι ανίδεοι κι οι αχάριστοι τη δάφνη μου κρατούνε,
οργώνω κι άλλοι χαίρονται το κάρπισμα του αγρού μου.

Μέσα στους τάφους κατοικώ, μόνο οι νεκροί μ’ ακούνε,
εχθρός πάντα θανάσιμος θα μείνω του εαυτού μου,
οι ανίδεοι κι οι αχάριστοι τη δάφνη μου κρατούνε,
οργώνω κι άλλοι χαίρονται το κάρπισμα του αγρού μου.

Κανένα δε ζηλοφθονώ. Η οδύνη τι με νοιάζει,
τριγύρω το ακατάλυτο μίσος, η καταφρόνια!
Αρκεί μόνο που, όσες φορές το χέρι μου σ’ αδράξει,
ολοένα πιο τερπνά αντηχείς, ώ λύρα μου απολλώνια.

μτφρ. Κ.Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

(1896-1928)

Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος ή γνωστότερος με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Ζαν Μορεάς -Jean Moréas-, (15 Απριλίου 1856-Παρίσι 30 Μαρτίου 1910) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Έγραψε ποιήματα στα ελληνικά και τα γαλλικά αλλά είναι περισσότερο γνωστός για την συνεισφορά του στα γαλλικά γράμματα με το ψευδώνυμο Ζαν Μορεάς.

Ξεπερνώντας την επίδραση του Μπωντλαίρ και του Βερλαίν, ορατή στις δύο πρώτες συμβολιστικές συλλογές του, και αφού προσανατολίστηκε για ένα διάστημα σ’ έναν εκλεπτυσμένο και ελαφρώς παρακμιακό κλασικισμό, ο οποίος αντλούσε ζωτικά στοιχεία από τη γαλλική μεσαιωνική παράδοση, ο Μορεάς έφτασε στην πλήρη καλλιτεχνική άνθισή του με τα ποιήματα των Στροφών. Το σκεπτικιστικό και απαισιόδοξο όραμα αυτής της συλλογής, η οποία συντίθεται από μια μακρά σειρά σύντομων ποιητικών στοχασμών για τη ζωή και τον κόσμο, μετριάζεται από την αναζήτηση στιγμών παρηγοριάς, μιαν από τις οποίες περιγράφει το παραπάνω ποίημα. Ο ελεγειακός τόνος των στίχων του, που πηγάζει από τα θλιβερά αισθήματα που γεννά στον ποιητή η σύγκρουσή του με την ωμή πραγματικότητα, μεταβάλλεται στο τέλος σε μια δυνατή νότα χαράς, την οποία προκαλεί η καταφυγή του ποιητή στην τέχνη του. Ο ποιητικός λόγος είναι ένας αρμονικός κόσμος, μέσα στον οποίο ο ποιητής ανακτά το χαμένο αίσθημα πλήρωσης, που του είχε στερήσει η πραγματικότητα της καθημερινής ζωής.

Η εικόνα του ποιητή σ’ αυτό το ποίημα μπορεί να παραβληθεί με την εικόνα του στα ποιήματα των Μπωντλαίρ και Κορμπιέρ.

Πηγή: ebooks.edu,βικιπαίδεια

(Visited 12 times, 1 visits today)
Advertisements