Το διήγημα αυτό αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιγραφές της εξελικτικής πορείας μίας αγνής ανθρώπινης κοινωνίας, απροκατάληπτης από κάθε στοιχείο ζηλοφθονίας, φόβου και αδικίας, στην σύγχρονη μορφή της. Ο Ντοστοφιέφσκι μιλάει για ένα όνειρο, στο οποίο βρέθηκε πρωταγωνιστής, σε έναν άλλο παράλληλο κόσμο, μακριά από όλα όσα είχε συνηθίσει να συμβαίνουν… Για έναν μικρό παράδεισο που έτυχε να διαφθαρεί από έναν και μόνο άνθρωπο, καλλιεργώντας τον ατομικισμό, την αλλαζονία, τον φθόνο και τον σαδισμό.

(…)

Ακούστε λοιπόν!

Τους διέφθειρα όλους! Μάλιστα, κατόρθωσα να τους διαφθείρω όλους.

Πώς έγινε αυτό; — δεν ξέρω, μα το θυμάμαι πολύ καλά. Το όνειρό μου που διέσχισα χιλιάδες χρόνια, έχει αφήσει μέσα μου ένα αίσθημα συνεχείας· το μόνο που ξέρω, είναι πως εγώ ήμουν η αιτία του πρώτου αμαρτήματος. Σα μολυσματική αρρώστια, σαν ένα μόριο χολέρας που μπορεί να μολύνει ολόκληρη αυτοκρατορία, έτσι και ‘γώ μόλυνα με την παρουσία μου την γη της ευτυχίας που ως τα τότες ήτανε αθώα. Μάθανε να λένε ψέματα, να αγαπούν το ψέμα, και να καταλαβαίνουν την ομορφιά.

Αυτό άρχισε σαν αθώα διασκέδαση, από μία φιλαρέσκεια, από μία ερωτοτροπία. Μα το μίασμα του ψέματος άρεσε στις αφελείς εκείνες καρδιές. Αμέσως ω! Πόσο γρήγορα γεννήθηκε ανάμεσά τους η φιληδονία που γέννησε τη ζήλεια κι εκείνη με τη σειρά της  τη σκληρότητα!… Δεν ξέρω πότε, μα ύστερα από λίγο, χύθηκε και για πρώτη φορά αίμα… Οι άνθρωποι, κατατρομαγμένοι, άρχισαν να σκορπάνε, ν’ απομονώνονται. Έκαναν συμμαχίες οι μεν εναντίον των δε. Έμαθαν τη φιλοτιμία, που της έδωσαν το μεγαλόπρεπο τίτλο: Τιμή! Και τότε κάθε έθνος έκανε τη σημαία του. Μετά κύρηξαν τον πόλεμο στα ζώα που έφυγαν στα δάση κι έγιναν εχθροί του ανθρώπου. Κι άρχισε ο πόλεμος του ατομισμού για το δικό μου και το δικό σου. Ανακάλυψαν τις γλώσσες. Ανακάλυψαν τον πόνο και τον ερωτεύτηκαν. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι διψούσαν για πόνο κι έλεγαν πως με τον πόνο μονάχα φτάνει κανείς στην αλήθεια. Αυτός υπήρξε και η πρώτη αρχή της επιστήμης. Ύστερα, μόλις έγιναν κακοί, άρχισαν να εκφωνούν λόγους για την αδελφοσύνη, για τη φιλανθρωπία… Μόλις έγιναν εγκληματίες, άρχισαν να μιλούν για τη δικαιοσύνη, συντάξανε κώδικες για να τη διαφυλάξουν και αγχόνες για να την υπερασπιστούν. Όταν θυμόντουσαν το τι είχανε χάσει, δεν ήθελαν να πιστέψουν στην αθωότητά τους και στην περασμένη τους ευτυχία, γελούσαν μάλιστα για την ευτυχία αυτή, λέγοντας πως ήταν παραμύθι και δεν μπορούσαν πια να την φανταστούν σαν κάτι το πραγματικό. Ωστόσο αν και δεν πίστευαν καθόλου στην παλιά τους ευδαιμονία, διατήρησαν τόσο δυνατό πόθο να ξαναγίνουν αθώοι κι ευτυχισμένοι που χάθηκαν σαν παιδιά μέσα στον πόθο τους! Θεοποίησαν τον πόθο τους, του έχτισαν ναό, γονάτισαν μπροστά στην ίδια τους την ιδέα, μπροστά στο είδωλο του πόθου τους  και με την πεποίθηση πως ήταν απραγματοποίητος, τον προσκύνησαν με δάκρυα και γονυκλισίες και προσεύχονταν σ’ αυτόν. Όταν, όμως, ερχόταν κάποιος και ξανάβρισκε την παλιά τους ευτυχία, τους την έδειχνε και τους ρωτούσε μετά: «Θέλετε να ξαναγυρίσετε σ’ αυτήν;» απαντούσαν: «όχι!»

Σ’ αυτό μου απαντούσαν: «Είμαστε ψεύτες, κακοί και άδικοι· έστω· το ξέρουμε, κλαίμε κι υποφέρουμε, γι’ αυτό και επιβάλλουμε στους εαυτούς μας μαρτύρια και τιμωρίες χειρότερες ίσως από κείνες που θα μας επιβάλει ο Φιλεύσπλαχνος Κριτής σα μας δικάσει, και που ούτε τ’ όνομά του δεν ξέρουμε. Μα έχομε την επιστήμη και χάρη σ’ αυτήν θα ξαναβρούμε την αλήθεια, και τότες θα την αποδεχτούμε συνειδητά. Η γνώση είναι ανώτερη απ’ το συναίσθημα, κι η συνείδηση της ζωής ανώτερη απ’ τη ζωή. Η επιστήμη θα μας δώσει τη σοφία, η σοφία θα μας αποκαλύψει τους νόμους και η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι πάνω από την ευτυχία.»

Να τι μου έλεγαν και, ύστερα από κάτι τέτοια λόγια, ο καθένας ξανάρχιζε ν’ αγαπάει τον εαυτό του με ολοένα πιο εγωιστική αγάπη, γιατί θα τους ήταν αδύνατο να κάνουν διαφορετικά. Και τότε, ο καθένας τους αγαπούσε τόσο ζηλότυπα την προσωπικότητά του που προσπαθούσε να εξευτελίσει και να ταπεινώσει με κάθε μέσο την προσωπικότητα των άλλων· ήτανε ζήτημα ζωής. Εμφανίστηκε η δουλεία, και μάλιστα και η εθελοδουλεία. Οι αδύνατοι υποτάχθηκαν πρόθυμα στους ισχυρότερους, φτάνει αυτοί να τους βοηθούσαν να συντρίψουν τους πιο αδύνατους απ’ αυτούς. Εμφανίστηκαν και οι δίκαιοι, που ήρθαν σ’ αυτούς τους ανθρώπους για να τους μιλήσουν, θρηνώντας για την αλαζονεία τους και κατηγορώντας τους που έχασαν το μέτρο και την αρμονία, που χάσανε την αιδημοσύνη τους. Μα τους κορόιδεψαν και τους λιθοβόλησαν. Το αίμα των αγίων έτρεξε πάνω στα προαύλια των ναών…

Εξ’ άλλου, ήρθαν κι άλλοι που σκέφτηκαν ν’ αποκαταστήσουν την αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους σε τρόπο που, χωρίς ο καθένας να παύει να αγαπά τον εαυτό του περισσότερο από τον πλησίον του, να μην αποτελεί ωστόσο εμπόδιο και ενόχληση για τους άλλους και όλοι μαζί να σχηματίσουν ένα είδος κοινωνίας όπου να ζούσανε μονιασμένοι. Μακρόχρονοι πόλεμοι υποδαυλίστηκαν για να επιβληθεί αυτή η αρχή. Οι μαχητές δεν πιστεύανε λιγότερο σταθερά πως η επιστήμη, η σοφία και το συναίσθημα της προσωπικής ασφάλειας θα αναγκάζανε επιτέλους τους ανθρώπους να συμφωνήσουν για τις βάσεις μιας λογικής κοινωνίας και γι’ αυτό, στο μεταξύ, για να επισπεύσουν τα πράγματα, οι «πούροι» προσπαθούσαν να απαλλαγούν απ’ όλους όσοι δεν ήτανε πούροι και δεν καταλάβαιναν την ιδέα τους, για να μην εμποδίζουν το θρίαμβό τους. Μα γρήγορα εξασθένισε το συναίσθημα της προσωπικής αυτοσυντήρησης, κι ανέβηκαν οι αλαζόνες κι οι φιλήδονοι που απαιτούσαν όλα, ή τίποτα. Και για ν’ αποκτήσουν αυτά τα όλα, χρειάστηκε να καταφύγουν στην αγριότητα, κι όταν δεν πετύχαιναν, στην αυτοκτονία. Έγιναν θρησκείες για τη λατρεία της ανυπαρξίας και της αυτοκαταστροφής, εν ονόματι της αιώνιας γαλήνης στους κόλπους του μηδενός. Τελικά, αυτοί οι άνθρωποι κουράστηκαν από τον χωρίς νόημα μόχθο και τα πρόσωπά τους πήρανε τα στίγματα του πόνου, που τον ονόμασαν ομορφιά, «γιατί η μεγαλοφυΐα βρίσκεται μόνο στον πόνο». Και οι ποιητές εξύμνησαν τον πόνο.

Εγώ τριγύριζα απελπισμένος ανάμεσά τους κι έκλαιγα γι’ αυτούς, μα τώρα τους αγαπούσα ίσως περισσότερο από πριν, τότε που τα πρόσωπά τους δεν είχανε γνωρίσει την οδύνη και ήτανε αθώα και τόσο ωραία. Ξανάρχισα ν’ αγαπάω τη βρώμικη γης τους πιο πολύ από τότες που ήτανε παράδεισος, μόνο και μόνο γιατί ήρθε ο πόνος. Αλλοίμονο, πάντα μου αγάπησα τον πόνο και τη θλίψη, μα μόνο για μένα, κι έκλαψα για κείνους και τους λυπόμουν. Άπλωνα τα χέρια μου σ’ αυτούς και κατηγορούσα τον εαυτό μου μέσ’ στην απελπισία μου και περιφρονούσα τον εαυτό μου. Τους είπα πως εγώ τα είχα κάνει όλ’ αυτά, εγώ και μόνο, πως εγώ τους είχα φέρει τη διαφθορά, τη πανούκλα και το ψέμα! Τους παρακάλεσα να με σταυρώσουν, και τους είπα πως να φτιάξουν το σταυρό. Δεν μπορούσα, δεν είχα τη δύναμη να σκοτωθώ, μα ήθελα να πάρω πάνω μου όλους τους πόνους, ποθούσα την οδύνη και ποθούσα να χύσω μέσα σ’ αυτή την οδύνη ακόμα και την τελευταία ρανίδα απ’ το αίμα μου. Μα εκείνοι καγχάζανε, και στο τέλος με πήρανε για τρελό μυστικιστή. Έτσι, αυτοί με δικαιολογούσανε και λέγανε πως απόκτησαν εκείνο που γυρεύανε, και πως δε μπορούσε παρά να γίνει αυτό που έγινε. Στο τέλος, μου δηλώσανε πως άρχισαν να με βρίσκουν επικίνδυνο και πως αν δε σώπαινα θα με κλείνανε στο φρενοκομείο. Και τότε η ψυχή μου πλημμύρισε από τόσο δυνατή θλίψη που σφίχτηκε η καρδιά μου, ένοιωσα πως θα πέθαινα, και τότε … τότε ξύπνησα.

(…)

 

(Το όνειρο ενός γελοίου σελ.33-37)

 Πηγή: Εκδόσεις Κορόντζη, iTravelPoetry

Advertisements