Είναι Παρασκευή βράδυ απόψε αγαπημένε μου Ανδρέα και όμως δεν πρόκειται, όπως συνήθως, να συναντηθούμε. Το λέω λιγότερο με λύπη και περισσότερο με αμηχανία, πίστεψέ με. Από την ημέρα που σε άφησα πίσω από κείνες τις λευκές πέτρες της Κηφισιάς, κυριολεκτικά δεν έχω πού ν’ αποταθώ. Επί τέλους να βρίσκεται ή όχι στη ζωή κανείς, όπως λέει κι ο Μπρετόν είναι μια φανταστική υπόθεση. Να βλέπει όμως το δέρας που κυνηγούσε σαράντα τόσους χρόνους κρεμάμενο σ’ ένα τσιγκέλι να το δέρνουν οι αέρηδες χωρίς ούτ’ ένα χέρι ν’ απλώνεται κατά κει, μα την αλήθεια δεν υποφέρεται. Κάποιος, φαίνεται, ταχυδακτυλουργός, ικανός να βγάζει ατέλειωτη σειρά σημαίες από το μανίκι του, συνέπεσε να παρεμβληθεί ανάμεσα στα τέσσερα δισεκατομμύρια βονάσσους που πάν κουτουλώντας όπου λάχει – και στον ιερέα πού πασχίζει να διευθετεί μενεξέδες, καράβια και γυμνά κορίτσια, επάνω στο τέμπλο της θάλασσας το ασημένιο.

Ποιος θα το φανταζότανε ποτέ ότι σε μέρες ειρήνης κι ευημερίας η χάρις θα μπορούσε να υποτιμηθεί; Και όμως. Σήμερα εάν δεν έχεις τίποτα να κερδίσεις απ’ αυτό πού κάνεις σε κοιτάζουν όλοι με ανοιχτό στόμα. Στα ποιήματα υποκαταστάθηκαν οι εφημερίδες. Κάθε αναλογία ανάμεσα στις συντεταγμένες του χώρου και της τέχνης που τον εκφράζει έπαψε και σαν έννοια στοιχειώδης να υφίσταται. Ως και τα λόγια τα ελληνικά, θα ‘λεγες, πεισμάτωσαν άξαφνα και αρνούνται να υπακούσουν εάν συμβαίνει να είσαι, όχι μόνον από την άποψη της ιθαγένειας αλλά και κατά φαντασία, Έλλην. Ήδη, αυτά που λέω, στην ακοή των τρίτων φτάνουν κινέζικα. Κι εμείς που λέγαμε ότι δεν θα γίνουμε ποτέ στρατιώτες! Οι στολές κάπου, σε κάποιο αόρατο εργαστήριο, ετοιμάζονται. Είναι κομμένες ομοιόμορφα όπως οι ιδέες· κι επί πλέον προσφέρονται δωρεάν· το μόνο δωρεάν πού ίσως γνωρίσει από δω κι εμπρός η ανθρωπότητα, κατά τα εννέα δέκατα εθελοντής στα ίδια της τα δεσμά.

Ω αν ήταν δυνατόν ένα βότσαλο, κει που γυαλοκοπά καθώς αποτραβιέται το κύμα, ν’ αποκτήσει, συνείδηση πως θα μάς καταλάβαινε!

Θυμάμαι ακόμη τις βραδιές πού ξημερωνόμασταν, με βουνό τ’ αποτσίγαρα μπροστά μας και ζητούσαμε (από τα «τι» και τα «πώς» που είχανε τολμήσει για πρώτη φορά στην ιστορία να θέσουν οι φίλοι σου της Plαce Blanche το 1923) να βρούμε πού άραγες θα μπορούσαμε να φτάσουμε -σε χιλιόμετρα ηθικής μετρώντας- μετά από μισόν αιώνα, όταν μισόν αιώνα πριν, ένας ποιητής όπως ο Ρεμπώ, στενεύτηκε από την ανάγκη ν’ αυτοεξοντωθεί… Όνειρα νέων, μπορεί. Και μήπως τι άλλο είναι η νεότητα παρά ισχύς φαντασίας, δυνατότητα ονείρου; Πού είναι τις αυτές σήμερα; Στα ρομπότ και στους πυραύλους των αμερικανικών «κόμικς» ή στις μπροσούρες και στα επιχορηγημένα περιοδικά; Ο μισός αιώνας πέρασε και μοιάζουμε κολοβοί όσο ποτέ άλλοτε. Κατά τα φαινόμενα δε γίνεται τίποτα. Η αντίδραση έχει τον τρόπο της επιβάλλεται. Αν χρειαστεί, να είσαι βέβαιος, θα φορέσει και την προσωπίδα του επαναστάτη. Αν καταλάβει πως η πέτρα του σκανδάλου δεν είναι, τόσο η κοινωνική αδικία όσο η ηθική θα της αλλάξει όνομα πιθανόν – όμως θα την κρατήσει· επειδή αυτήν την χρειάζεται. Θα πρόκειται πάλι και πάλι και ξανά για την Ηθική, μια κόρη σεμνά ενδεδυμένη, άκρως νευρωτική και μόλις βγαλμένη από κάποιο Κατηχητικό που απλώς του αντικαταστήσανε τους παπάδες.

Η ποίηση, που από τη φύση της δεν αρκείται ποτέ στη μία όψη των πραγμάτων, έφτασε να ‘ναι στις μέρες μας η μόνη πραγματικά επικίνδυνη για τους εκάστοτε κρατούντες. Εφ’ ω και οι πιο έξυπνοι απ’ αυτούς τη βάζουν τώρα τελευταία να φωνάζει «ελευθερία», όπως οι κλέφτες για να τρομάξει ο νοικοκύρης -ωσότου ο αφανισμός της συντελεσθεί. Τριάντα αιώνες και πλέον ο άνθρωπος πασχίζει να βάλει τη μια λέξη κοντά στην άλλη με τέτοιον τρόπο που η σκέψη να εξαναγκάζεται να παίρνει καινούριες, αδοκίμαστες στροφές. Ιδού πού για πρώτη φορά η λειτουργία αυτή σταμάτησε. Είμαστε πανέτοιμοι για τη βλακεία.

Πηγή: logotexnikesmikrografies

(Visited 43 times, 1 visits today)