Ο Φρανς Κάφκα (3 Ιουλίου 1883- 3 Ιουνίου 1924) χαρακτηρίστηκε ως ο σπουδαιότερος μοντερνιστής γερμανόφωνος πεζογράφος.

κάφκα.jpg

 

Ακολουθούν μερικά αποφθέγματά του:

Στη μάχη ανάμεσα σε σένα και τον κόσμο, υποστήριξε τον κόσμο.

Κάθε επανάσταση εξατμίζεται και αφήνει ένα κατακάθι γραφειοκρατίας.

Δεν μπορείς να σπάσεις αλυσίδες που δεν τις βλέπεις.

Όποιος διατηρεί την ικανότητα να βλέπει την ομορφιά, δεν γερνάει ποτέ.

Το πρώτο σημάδι ότι αρχίζεις να καταλαβαίνεις, είναι η επιθυμία να πεθάνεις.

Συχνά είναι πιο ασφαλές να είσαι αλυσοδεμένος από το να είσαι ελεύθερος.

Αν αποφεύγω τους άλλους δεν είναι για να ζήσω ειρηνικά, αλλά για να μπορέσω να πεθάνω ειρηνικά.

Είναι αρκετό που τα βέλη ταιριάζουν ακριβώς στις πληγές που προκάλεσαν.

Οι σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό κι απ’ το τραγούδι: τη σιωπή τους.

Συνεχίστε να χορεύετε γουρούνια. Τι με νοιάζει;

καφκα.jpg

Η μεταμόρφωση (απόσπασμα)

Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. Ήτανε ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που ‘μοιζε με πανοπλία κι όταν σήκωνε λιγάκι το κεφάλι του μπορούσε να δει την τουρλωτή καφετιά κοιλιά του που ‘τανε χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και που μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματά του για να ξεγλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα ποδάρια του, που ήταν αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο κορμί του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.

Τί μου συνέβη; Συλλογίστηκε. Όνειρο, δεν ήταν. Η κάμαρή του, μια συνηθισμένη ανθρώπινη κρεβατοκάμαρη, μόνο κομμάτι πιο μικρή απ’ το κανονικό, κειτόταν ήσυχη ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους της. Πάνω απ’ το τραπέζι, όπου ήταν σκορπισμένα ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα —ο Σάμσα ήταν περιοδεύων πωλητής—, κρεμόταν η εικόνα που ‘χε κόψει τελευταία από ‘να εικονογραφημένο περιοδικό που την είχε βάλει σε μιαν όμορφη επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα παρίστανε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα, που καθόταν στητή κι άπλωνε προς το μέρος του θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της απ’ τον αγκώνα και κάτω.

Τα μάτια του Γκρέγκορ γύρισαν έπειτα στο παράθυρο και ο συννεφιασμένος ουρανός —θαρρείς πως άκουγες τις στάλες της βροχής να χτυπάνε στο περβάζι του παραθύρου— τον έριξε σε βαριά μελαγχολία. Γιατί να μην κοιμηθώ λιγάκι περισσότερο και να λησμονήσω όλες ετούτες τις ανοησίες, συλλογίστηκε αυτό όμως δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται γυρισμένος προς τα δεξιά και τώρα, στην κατάσταση που βρισκόταν, ήταν αδύνατο να στρίψει. Όσο κι αν πάσχισε να στρίψει προς το δεξί του πλευρό, δεν τα κατάφερε· ξανακυλούσε πάλι στ’ ανάσκελα. Δοκίμασε τουλάχιστον εκατό φορές, έκλεινε τα μάτια για να μη βλέπει τις αγωνιώδεις κινήσεις των ποδιών του και τα παράτησε μόνον όταν άρχισε να νιώθει στο πλευρό έναν απροσδιόριστο πόνο, που ίσαμε τότε του ήταν άγνωστος.

Θεέ μου, συλλογίστηκε, τί εξοντωτική δουλειά πήγα και διάλεξα!

[πηγή: Φραντς Κάφκα, Η μεταμόρφωση, μτφ. Βασίλης Τομανάς, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 5-6]

kko.jpg

Advertisements