Κάποτε θα καταστρέψω όλ’αυτά τα χειρόγραφα που άφησε πίσω στο τραπέζι μου ο διάολος και που τα οικιοποιήθηκα χωρίς ντροπή– και μόνο αυτός που έκανε τη νύχτα πολλές φορές τον ίδιο δρόμο, μόνο αυτός έμαθε πως δεν υπήρξε ποτέ δρόμος

Κι αν συνεχίζω να ζω είναι γιατί δε θέλω να λησμονήσω ή βγαίνω μ’ένα τσεκούρι στην πόρτα προς δόξα του αιώνα μου – συχνά ερχόταν μια γυναίκα στην κάμαρά μου, όλα κρατούσαν λίγο σαν την αθωότητα, ύστερα γράφαμε σ’ένα χαρτί τ’όνομά μας και το πετούσαμε απ’το παράθυρο (ίσως ήταν η ώρα που περνούσε η φήμη)

w4.jpg

Τώρα η γυναίκα θα’χει γεράσει σαν τη μητέρα ή το θωρηκτό Ποτέμκιν, στις γωνίες οι μέθυσοι με τις μπουκάλες στο στόμα σαν τις σάλπιγγες της αποκαλύψεως και το χιόνι που πέφτει αθόρυβα απ’το πρωί σαν κάποιος να τινάζει το σπόγγο του παλιού σχολείου…

Κι ο φίλος μου ο Ιγνάτιος ερχόταν σε ώρες ακατάστατες, φτωχός αλλά παροιμιώδης, συνήθως αντί μικράς αμοιβής παρίστανε το νεκρό σε κάποιο πλανόδιο θίασο- εκείνο το βράδυ μόλις είχαμε βγει από ένα μπαρ, «πίνεις σαν άγγελος» του λέω «πώς το’μαθες;» έκανε ξαφνιασμένος, γέλασα, «ξέρω ακόμα περισσότερα», του λέω, «όπως λόγου χάρη: πόσους θυρωρούς έχει η κόλαση και πόσες πουτάνες το Νοβοροζίνσκι», πίναμε όλη νύχτα, «ακούς αυτή την υπέροχη μουσική;» τον ρώτησα, «δεν είναι μουσική, μου λέει. Εγώ καταστρέφω τη ζωή μου».

Τάσος Λειβαδίτης

Advertisements