Στις αρχές της δεκαετίας του ’20, οι φοιτητικές εστίες της Μαδρίτης φιλοξενούσαν προσωπικότητες που θα άφηναν το στίγμα τους στον 20ο αιώνα. Ο πιο αναγνωρίσιμος ήταν ο Σαλβαντόρ Νταλί, που ήδη απ’ την ηλικία των 18 ετών ήταν μια εκκεντρική φιγούρα. Στενός του φίλος ήταν ο Λουίς Μπουνιουέλ, που ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερός του και τον μύησε στις κύκλους των διανοούμενων. Η φιλία του Νταλί και του Μπουνιουέλ εξελίχθηκε και σε συνεργασία, που δημιούργησε μία από τις πιο σημαντικές ταινίες του 20ου αιώνα. Είχε όμως άσχημη κατάληξη, όταν ανάμεσα τους μπήκαν η αλαζονεία, μια γυναίκα και η πολιτική. … 
Στην αυτοβιογραφία του, ο Μπουνιουέλ περιέγραψε την εμφάνιση του νεαρού Νταλί: «Είχε μακριά μαλλιά και δυνατή φωνή. Φορούσε τεράστια καπέλα, μεγάλες γραβάτες, ένα παλτό που έφτανε μέχρι τα γόνατα και περικνημίδες». Ο νεαρός φοιτητής των Καλών Τεχνών δεν έδινε σημασία στα σχόλια και τις κοροϊδίες των περαστικών και συνέχισε να ντύνεται με το δικό του, εκκεντρικό στυλ που θα τον έκανε διάσημο παγκοσμίως. Ο Μπουνιουέλ και ο Νταλί ήταν αχώριστοι φίλοι και μπλέκονταν σε πλήθος περιπετειών, όπως και πολλοί άλλοι νεαροί συμφοιτητές τους. Άλλωστε κατάγονταν όλοι από πλούσιες οικογένειες, που μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τις νεανικές τους κραιπάλες. Πολύ σύντομα αντιλήφθηκαν ότι η συντηρητική, καθολική Ισπανία δεν τους χωρούσε. Έπρεπε να εγκατασταθούν στο κέντρο των τεχνών, το Παρίσι, όπου θα μπορούσαν να εξελιχθούν ως καλλιτέχνες….

Παρίσι, το κέντρο των τεχνών

Ο Μπουνιουέλ έφτασε στο Παρίσι το 1925 και ο Νταλί τον βρήκε ένα χρόνο Το πορτραίτο του Μπουνιουέλ από τον Νταλί αργότερα. Η καθημερινότητά του δεν άλλαξε και πολύ από τη Μαδρίτη. Συναντούσαν τους ίδιους διανοούμενος στα καφέ της πόλης και συζητούσαν για τα ίδια θέματα. Τους εξέπληξε όμως η ελεύθερη και απενοχοποιημένη σεξουαλικότητα των Παριζιάνων, που κυκλοφορούσαν πιασμένοι χέρι χέρι στους δρόμους και συζούσαν χωρίς να έχουν παντρευτεί. Τέτοιες ελευθερίες ήταν πρωτόγνωρες για τους Ισπανούς, που είχαν μεγαλώσει με αυστηρές καθολικές αρχές.

l1

Πορτρέτο του Μπουνιουέλ από τον Νταλί 

Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος

Όταν ο Μπουνιουέλ όδευε προς το τέλος της ζωής του, ρωτήθηκε από δημοσιογράφο γιατί επέλεξε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. «Απλή κακοτυχία», απάντησε ο σκηνοθέτης και συνέχισε, «Δεν μπορώ να γράψω και δεν μπορώ να ζωγραφίσω. Αλλά εκφράζομαι με εικόνες». Στο Παρίσι, ο Μπουνιουέλ παρακολουθούσε τρεις ταινίες την ημέρα στον κινηματογράφο. Το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Αϊζενστάιν τον στιγμάτισε, αλλά αγαπημένες του ήταν οι ταινίες του Φριτζ Λανγκ. Αποφάσισε ότι ήθελε να δημιουργήσει και ο ίδιος ταινίες και έγινε βοηθός του σκηνοθέτη Ζαν Επστάιν, που τον γνώριζε από την Μαδρίτη.

dl2

Σκηνές από την ταινία Ανδαλουσιανός σκύλος

Το 1929 ο Μπουνιουέλ επέστρεψε για ένα διάστημα στην Ισπανία. Τον συνόδευσε ο Νταλί και μαζί επισκέφτηκαν το σπίτι του ζωγράφου στη περιοχή Figueres της Καταλονίας. Πάνω σε μια συζήτηση, ο Μπουνιουέλ ανέφερε ένα περίεργο όνειρό του, όπου ένα σύννεφο έσκιζε το φεγγάρι σαν λεπίδα που σκίζει ένα μάτι. Ο Νταλί απάντησε ότι το προηγούμενο βράδυ, είδε σε όνειρο ότι το χέρι του είχε γεμίσει μυρμήγκια. «Τι λες να ξεκινήσουμε έτσι και να φτιάξουμε μια ταινία;» πρότεινε ο Νταλί. Μια εβδομάδα αργότερα, το σενάριο ήταν έτοιμο. Υπήρχε μόνο ένας κανόνας: καμία εικόνα δεν έπρεπε να έχει λογική εξήγηση. Ήθελαν να δημιουργήσουν μία ταινία που ξεπερνούσε τη λογική και έφτανε στα όρια του ασυνείδητου. Η συνεργασία τους ήταν άψογη, δεν υπήρξε ούτε μία διαφωνία.

Απευθύνθηκαν στη μητέρα του Μπουνιουέλ για να βρουν χρήματα για την παραγωγή. Η οικογένειά του σκηνοθέτη ήταν παλαιών αρχών και αντιμετώπιζε τον κινηματογράφο ως μια ασχολία για τις κατώτερες τάξεις. Η μητέρα του Μπουνιουέλ έκλαψε με λυγμούς, όταν τις αποκάλυψε ο γιος της τα σχέδιά του. Για να την πείσει να χρηματοδοτήσει την ταινία, έφερε ένα φίλο του δικηγόρο, ο οποίος της ανέλυσε τις επιχειρηματικές δυνατότητες του κινηματογράφου. Τα γυρίσματα διήρκησαν δύο βδομάδες και συμμετείχαν στενοί φίλοι του σκηνοθέτη, ακόμα και η μνηστή του, Ζαν Ρουκάρ. Όταν ήρθε η ώρα να προβάλουν την ταινία στο κοινό, ο Μπουνιουέλ ήταν ένα ψυχολογικό ράκος. Έτρεμε από το άγχος και είχε γεμίσει τις τσέπες του με πέτρες, για να τις πετάξει στους θεατές, αν άρχιζαν να αποδοκιμάζουν το έργο. Για καλή του τύχη, η ταινία καταχειροκροτήθηκε και το δίδυμο Μπουνιούελ-Νταλί εντάχθηκε στην ομάδα των Σουρεαλιστών καλλιτεχνών που αναπτύσσονταν εκείνη την περίοδο στο Παρίσι.

Χρυσή Εποχή

Η επόμενη συνεργασία των δύο καλλιτεχνών δεν γνώρισε την ίδια επιτυχία.

Ο Μπουνιουέλ και ο Νταλί ξεκίνησαν να γράφουν το σενάριο της επόμενης ταινίας, με τίτλο «Χρυσή Εποχή». Όμως αυτή τη φορά, η τέλεια, σχεδόν τηλεπαθητική επικοινωνία είχε χαθεί και διαφωνούσαν συνεχώς. Στην αυτοβιογραφία του, ο Μπουνιουέλ έκρινε ότι ο Νταλί είχε επηρεαστεί από τη σύντροφό του, Γκαλά, που ήλεγχε κάθε τομέα της ζωής του.

dg1.jpg

Η Γκαλά ήταν εννιά χρόνια μεγαλύτερη από τον Νταλί, παντρεμένη με τον σουρεαλιστή ποιητή Πολ Ελυάρ, με τον οποία είχε και μία κόρη. Για τον Νταλί, ήταν η μοναδική γυναίκα που αγάπησε και της αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά. Καλλιεργημένη και εξαιρετικά δυναμική, η Γκαλά λειτουργούσε περισσότερο ως μάνατζερ του Νταλί και λιγότερο ως ερωμένη. Μεταξύ του Μπουνιουέλ και της Γκαλά υπήρχε έντονη αντιπάθεια, η οποία προέκυψε απ’ την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν. Ο Μπουνιουέλ σχολίασε ότι έβρισκε αντιαισθητικό το κενό ανάμεσα στα πόδια μιας γυναίκας και την επόμενη μέρα που πήγαν στη θάλασσα, είδε ότι η Γκαλά είχε το χαρακτηριστικό που θεωρούσε τόσο άσχημο. Έκτοτε οποιαδήποτε συζήτησε μεταξύ τους κατέληγε σε καυγά.

Μάλιστα μία μέρα, ο Μπουνιουέλ εξαγριώθηκε τόσο πολύ με τη συμπεριφορά της Γκαλά και τις συνέχεις προσβολές που εξαπέλυε εναντίον του, που της επιτέθηκε και προσπάθησε να τη στραγγαλίσει. Σταμάτησε μόνο όταν οι φίλοι του κατάφεραν να τον ηρεμήσουν, αλλά η σχέση του με τη σύντροφο και μετέπειτα σύζυγο του φίλου του δεν αποκαταστήθηκε ποτέ. Τελικά, ο Μπουνιουέλ έγραψε μόνος του το σενάριο της ταινίας «Χρυσή Εποχή».

dg2

Στιγμιότυπα από την ταινία 

Παραγωγός ήταν ο βαθύπλουτος Υποκόμης του Noailles, που θαύμαζε τους σουρεαλιστές και παρείχε απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία στον σκηνοθέτη. Δυστυχώς όμως, η δεύτερη ταινία του Μπουνιουέλ δεν βρήκε την ίδια ανταπόκριση με τον «Ανδαλουσιανό Σκύλο». Ο κόσμος εξαγριώθηκε, γιατί θεώρησε ότι η ταινία προσέβαλε την καθολική εκκλησία. Στις 3 Δεκεμβρίου του 1930, ο ακροδεξιός «Σύνδεσμος των Πατριωτών» επιτέθηκε στον κινηματογράφο όπου προβαλλόταν η ταινία και τον διέλυσε. Έδιωξε τους θεατές και κατέστρεψε έργα των σουρεαλιστών ζωγράφων, που εκτίθονταν στην διπλανή γκαλερί. Απαγορεύτηκε η προβολή της από την αστυνομία του Παρισίου και ο παραγωγός, που ήταν καθολικός, απειλήθηκε με καθαίρεση. Ο Υποκόμης απέσυρε όλα τα αντίτυπα της ταινίας, η οποία προβλήθηκε ξανά το 1980 στη Νέα Υόρκη, πέντε δεκαετίες μετά τη δημιουργία της.

Το τέλος μιας φιλίας

 

Μετά την αποτυχημένη συνεργασία τους, οι σχέσεις του Μπουνιουέλ και του Νταλί πάγωσαν. Ο Νταλί επέστρεψε στην καθολική πίστη και κατηγόρησε τον Μπουνιουέλ, που ήταν άθεος, ότι προσέβαλε την εκκλησία με την ταινία «Χρυσή Εποχή». Οι απόψεις των δύο φίλων διέφεραν και πολιτικά, καθώς ο Νταλί τάχθηκε υπέρ του Φράνκο και των δεξιών στον εμφύλιο πόλεμο, ενώ ο Μπουνιουέλ υποστήριζε την αριστερά. Την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οι δύο εγκαταστάθηκαν στις Η.Π.Α.  Όμως δεν γνώρισαν και οι δύο την ίδια επιτυχία. Ο Νταλί ήταν διάσημος ζωγράφος και τα έργα του πωλούνταν για χιλιάδες δολάρια. Ο Μπουνιουέλ απ’ την άλλη δεν έβρισκε δουλειά και είχε να συντηρήσει τη σύζυγο και τον μικρό του γιο. Λίγο πριν καταλήξει να πλένει πιάτα σε εστιατόρια, του πρότειναν απ’ το Μουσείο της Σύγχρονης Τέχνης στη Νέα Υόρκη, να επεξεργαστεί προπαγανδιστικές ταινίες από τη ναζιστική Γερμανία. Η δουλειά, αν και δεν ικανοποιούσε τις ευαισθησίες του σκηνοθέτη, ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει μια άνετη ζωή για την οικογένεια του.

Όμως οι Μπουνιουέλ βρέθηκαν για άλλη μια φορά στο δρόμο, εξαιτίας του Σαλβαντόρ Νταλί. Το 1942, εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του Νταλί, στην οποία ο Μπουνιουέλ χαρακτηριζόταν ως άθεος. Στην Αμερική του ’40, ο άθεος ήταν χειρότερος και από τον κομμουνιστή. Ο Πρόεδρος του Καθολικού λόμπι στην Ουάσινγτον στράφηκε εναντίον του Μπουνιουέλ, ξεθάβοντας και την αντι-καθολική ταινία «Χρυσή Εποχή». Το Μουσείο δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να απολύσει τον Μπουνιουέλ, για να αποφύγει τις φασαρίες. Ο σκηνοθέτης συνάντησε τον Νταλί σε ένα μπαρ και μοιράστηκαν ένα μπουκάλι  σαμπάνια. Ο Μπουνιουέλ ήταν έξαλλος με τον φίλο του, αλλά συγκράτησε τον θυμό του και δεν τον χτύπησε, όπως επιθυμούσε. Τον αποκάλεσε «μπάσταρδο» και του είπε ότι το βιβλίο κατέστρεψε την καριέρα του. Η απάντηση του Νταλί ήταν η εξής: «Το βιβλίο δεν έχει καμία σχέση με εσένα. Το έγραψα για να γίνω εγώ αστέρι, εσύ είσαι απλά κομπάρσος». Αυτό ήταν και το οριστικό τέλος της φιλίας τους.

Κατά περιόδους, ο Νταλί έστελνε τηλεγραφήματα στον Μπουνιουέλ, προτείνοντάς του να συνεργαστούν σε άλλες ταινίες, αλλά ο σκηνοθέτης δεν ανταποκρίθηκε. Στην αυτοβιογραφία του, ο Μπουνιουέλ έγραψε: «Έχω υπέροχες αναμνήσεις από τα νιάτα μας και θαυμάζω το έργο του, αλλά όταν σκέφτομαι τον Νταλί, δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εγωκεντρισμό του, την επιδειξιομανία του, την κυνική υποστήριξη των Φαλαγγιτών και την ασέβεια που έδειξε προς τη φιλία μας»…. 

 

Πηγή :  Η μηχανή του χρόνου

Advertisements