Μαζί με την επανάσταση του ’21 και τους ήρωές της, την 25η Μαρτίου τιμούμε και θυμόμαστε και τον Λόρδο Βύρωνα: αυτό τον φιλέλληνα, αυτό το… «τέρας».

Ο περιβόητος Άγγλος που πέθανε το 1824 στο Μεσολόγγι, έχοντας χρηματοδοτήσει τη δημιουργία ελληνικού στρατού, ήταν μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Ο σύγχρονος ιστοριοδίφης που απογυμνώνει τα γεγονότα από συναισθηματισμούς, και πολλές φορές παραδίδει μια ανάγνωση της ιστορίας πολύ διαφορετική από αυτή που μαθαίναμε στο σχολείο, βρίσκει στην περίπτωση του Λόρδου Βύρωνα πρόσφορο έδαφος για ν’ «ανακατέψει» την ιδέα που έχουμε γι’ αυτόν.

Ο «μύθος» του Λόρδου Βύρωνα λοιπόν, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τα δίχτυα της αμείλικτης έρευνας. Παρά την πολύ σημαντική συμβολή του στην αποδοχή από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, της ιδέας ενός νέου ελληνικού κράτους, ο Μπάιρον δεν συμμετείχε μάχιμα στον αγώνα, με την κλασική έννοια του όρου, όπως ίσως πολλοί νομίζουν ότι συνέβη κάποια στιγμή. Πέθανε το 1824 στο Μεσολόγγι σε ηλικία 36 ετών, έχοντας δώσει ένα γενναίο χρηματικό ποσό στους Έλληνες για την συγκρότηση στρατού και βρισκόμενος σε στενή επαφή με Έλληνες πολεμάρχους.

Ο Λόρδος Βύρων, ο Δον Ζουάν και τα Νησιά της Ελλάδας

 

Ο θάνατός του επήλθε από πυρετό και όχι σε μάχη – χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την καθοριστική σημασία της πολιτικής χειρονομίας του, που ενέπνευσε Έλληνες να αγωνιστούν, και ευαισθητοποίησε ξένους να ασχοληθούν με τους Έλληνες. Ο Μπάιρον είχε εκφράσει και την αποστροφή του για τον βανδαλισμό του Παρθενώνα από τον Έλγιν, σε δύο ποιήματά του, την «Κατάρα της Αθηνάς» και το «Ταξίδι προσκυνήματος του Τσάιλντ Χάρολντ». Για τους λόγους αυτούς «λατρεύτηκε» έκτοτε από τους Έλληνες, άλλοτε με τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και άλλοτε με υπερβολές.

Κάποιοι μελετητές αμφισβητούν τα κίνητρά του, δυσκολευόμενοι να πιστέψουν ότι ενεργούσε αποκλειστικά από αγνά αισθήματα για τους Έλληνες και την ελευθερία τους, και προτάσσοντας τις πολιτικές του φιλοδοξίες, τον ναρκισσισμό και τον παρορμητισμό του ως κύριους παράγοντες επηρεασμού των αποφάσεών του. Κανείς όμως δεν μπορεί να αποφανθεί με σιγουριά για τα κίνητρά του αναφορικά με τον απελευθερωτικό αγώνα. Ίσως τελικά να επρόκειτο για συνδυασμό όλων των παραπάνω.

Ο Μπάιρον του έρωτα και της αναλγησίας;

Ο Λόρδος Βύρων στην προσωπική του ζωή πάντως πρέπει να έμοιαζε με τον κακόφημο ήρωα Δον Ζουάν, για τον οποίο είχε γράψει και ένα ομότιτλο ποίημα. Σε αυτό συνηγορεί και η Κλερ Κλερμόντ, ετεροθαλής αδερφή της συγγραφέα Μέρι Σέλεϊ («Φράνκενσταϊν»), με την οποία ο Μπάιρον είχε αποκτήσει ένα παιδί, την Αλέγκρα. Παρόλο που συνευρισκόταν με την Κλερμόντ, ο Μπάιρον τη θεωρούσε ενοχλητική στις ερωτικές πιέσεις της και συμφώνησε να έχει υπό την προστασία του την Αλέγκρα με τον όρο η Κλερμόντ να τον αφήσει ήσυχο.

Πορτρέτο της Allegra, αγνώστου καλλιτέχνη
Πορτρέτο της Allegra, αγνώστου καλλιτέχνη

 

Κάποια στιγμή ο Λόρδος έκλεισε την Αλέγκρα σε μοναστήρι, όπου το κοριτσάκι πέθανε σε ηλικία πέντε ετών, κάτι που όπως ήταν φυσικό προκάλεσε την οργή της Κλερμόντ. Στα απομνημονεύματά της χαρακτηρίζει τον Λόρδο Βύρωνα «τέρας» και «ανθρώπινη τίγρη» που είχε καταληφθεί από τη δίψα για ελεύθερο έρωτα, χαρακτηρισμοί που μάλλον περιέχουν αρκετή δόση αλήθειας, αν κρίνουμε και από τα άλλα ιστορικά στοιχεία που υπάρχουν για τους έρωτες και τις σχέσεις του.

Ο Δον Ζουάν και τα Νησιά της Ελλάδας:

Εδώ πάντως δεν θα «δικάσουμε» τον Λόρδο Βύρωνα για την προσωπική του ζωή, αλλά θα θυμηθούμε το ποίημά του, «Τα Νησιά της Ελλάδας» (The Isles of Greece), που είναι ένα «ποίημα μέσα σε ποίημα». Πρόκειται για μέρος του «Δον Ζουάν» του, και υποτίθεται πως είναι ένα τραγούδι που θα έλεγε ένας Έλληνας πειρατής τον οποίο συνάντησε ο Δον Ζουάν ναυαγώντας σε ελληνικό νησί. Το ποίημα εξυμνεί την παλιά δόξα της Ελλάδας και παροτρύνει έμμεσα και με σκωπτικά τεχνάσματα σε πατριωτική δράση. Το παραθέτουμε στην πρωτότυπη γλώσσα:

    The isles of Greece, the Isles of Greece!
Where burning Sappho loved and sung,
Where grew the arts of war and peace,
Where Delos rose, and Phoebus sprung!
Eternal summer gilds them yet,
But all, except their sun, is set.

The Scian and the Teian muse,
The hero’s harp, the lover’s lute,
Have found the fame your shores refuse;
Their place of birth alone is mute
To sounds which echo further west
Than your sires’ ‘Islands of the Blest.’

The mountains look on Marathon —
And Marathon looks on the sea;
And musing there an hour alone,
I dream’d that Greece might still be free;
For standing on the Persians’ grave,
I could not deem myself a slave.

A king sate on the rocky brow
Which looks o’er sea-born Salamis;
And ships, by thousands, lay below,
And men in nations; — all were his!
He counted them at break of day —
And when the sun set where were they?

And where are they? and where art thou,
My country? On thy voiceless shore
The heroic lay is tuneless now —
The heroic bosom beats no more!
And must thy lyre, so long divine,
Degenerate into hands like mine?

‘Tis something, in the dearth of fame,
Though link’d among a fetter’d race,
To feel at least a patriot’s shame,
Even as I sing, suffuse my face;
For what is left the poet here?
For Greeks a blush — for Greece a tear.

Must we but weep o’er days more blest?
Must we but blush? — Our fathers bled.
Earth! render back from out thy breast
A remnant of our Spartan dead!
Of the three hundred grant but three,
To make a new Thermopylae!

What, silent still? and silent all?
Ah! no; — the voices of the dead
Sound like a distant torrent’s fall,
And answer, ‘Let one living head,
But one arise, — we come, we come!’
‘Tis but the living who are dumb.

In vain — in vain: strike other chords;
Fill high the cup with Samian wine!
Leave battles to the Turkish hordes,
And shed the blood of Scio’s vine!
Hark! rising to the ignoble call —
How answers each bold Bacchanal!

You have the Pyrrhic dance as yet,
Where is the Pyrrhic phalanx gone?
Of two such lessons, why forget
The nobler and the manlier one?
You have the letters Cadmus gave —
Think ye he meant them for a slave?

Fill high the bowl with Samian wine!
We will not think of themes like these!
It made Anacreon’s song divine:
He served — but served Polycrates —
A tyrant; but our masters then
Were still, at least, our countrymen.

The tyrant of the Chersonese
Was freedom’s best and bravest friend;
That tyrant was Miltiades!
O! that the present hour would lend
Another despot of the kind!
Such chains as his were sure to bind.

Fill high the bowl with Samian wine!
On Suli’s rock, and Parga’s shore,
Exists the remnant of a line
Such as the Doric mothers bore;
And there, perhaps, some seed is sown,
The Heracleidan blood might own.

Trust not for freedom to the Franks —
They have a king who buys and sells;
In native swords, and native ranks,
The only hope of courage dwells;
But Turkish force, and Latin fraud,
Would break your shield, however broad.

Fill high the bowl with Samian wine!
Our virgins dance beneath the shade —
I see their glorious black eyes shine;
But gazing on each glowing maid,
My own the burning tear-drop laves,
To think such breasts must suckle slaves

Place me on Sunium’s marbled steep,
Where nothing, save the waves and I,
May hear our mutual murmurs sweep;
There, swan-like, let me sing and die:
A land of slaves shall ne’er be mine —
Dash down yon cup of Samian wine!

(Φωτογραφία homepage: Sir Charles Lock Eastlakem «Lord ByronΆs Dream», 1827

Κύρια φωτογραφία: Κόσμημα από το etsy: http://www.etsy.com/listing/82500060/lord-byron-vintage-necklace?ref=sr_gallery_11&ga_search_query=lord+byron&ga_page=3&ga_search_type=all&ga_view_type=gallery

Φωτογραφία εντός κειμένου: Κόσμημα από το etsy: http://www.etsy.com/listing/100787515/sale-lord-byron-necklace-quote-double?ref=sr_gallery_22&ga_search_query=lord+byron&ga_page=1&ga_search_type=all&ga_view_type=gallery)

Advertisements