Χαρά απερίγραπτη σκόρπισε την περασμένη Άνοιξη ,
ενα πρόσωπο αφημένο από χρόνους αλλοτινούς ,
από εξαίσια χέρια γλύπτη σμιλεμένο,
για να’ρχεται και να μοιράζει αγέρωχα
τις ευωδιές τούτου του κόσμου .

 

Κι άμα πω πως το πρόσωπό σου είναι ήλιος όταν γελάς ,
άραγε θα δεχτεί τη φιλοφρόνηση ο ήλιος ;

 

Έναν έναν κρατώ τους λόγους σου
σε σκαλιστά μπαούλα,σφαλισμένα ,
να μην τα φάνε οι σκόροι των καιρών .
Έτσι πεισματικά ,

να θυμίζουν πως κάποτε η Άνοιξη στάθηκε γενναιόδωρη,
για να’χω να λέω .
Να θυμίζουν εκείνον και τον άλλον τονισμό σου ,
για να’χω να πορεύομαι .

 

Άμα πω πως στα χέρια σου γαλήνευε ο κόσμος ,
άραγε θα με πιστέψεις αδιαμαρτύρητα ;
Τα χέρια σου έχουν μέσα τους
νερά απ’τις πηγές των τόπων που σου λείπουν
κι είναι το άγγιγμα σου θαύμα στις πληγές των παθόντων
και στου μωρού παιδιού το πρόσωπο
ευλογία , το άγγιγμα σου.

 

 

Advertisements