Η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού είναι ένας υπερευαίσθητος αισθητήρας συναισθημάτων. Μία χορδή που πάλλεται από την παραμικρή αύρα έρωτα, χαράς, απόγνωσης και μοναξιάς.

Αγκαλιάζει το σώμα των λέξεων και του εμφυσά πνοή, τη δική της.

Μοιάζει η Μοσχολιού να έχει ζήσει όλες τις ιστορίες που έχει τραγουδήσει, εκατοντάδες ζωές που στριμώχτηκαν σε λίγους στίχους, ισοδύναμους με ένα μυθιστόρημα.

Μεγαλωμένη σε μια λαϊκή συνοικία, ανάμεσα σε ανθρώπους του μόχθου ξέρει ότι τα πιο βαθιά τους συναισθήματα χαράζονται με τα χρόνια στο πρόσωπό τους αλλά δεν εκφράζονται με λόγια.

Εκείνη ανέλαβε τη δύσκολη αποστολή να εκφράσει όλα εκείνα που δυσκολεύονταν να πουν, από ντροπή, γιατί ντροπή θεωρούσαν την αδυναμία.

Η Μοσχολιού τα τραγούδησε κι εκείνοι με τη σειρά τους βρήκαν μέσα από το τραγούδι της τη δίοδο για να μοιραστούν τα ανείπωτα λόγια, με εκείνους που σιωπηλά κουβαλούσαν το ίδιο βάρος.

Εκείνους που πίστευαν ότι τα λόγια είναι φτώχεια αλλά τα τραγούδια πλούτος.

Αυτή η βιωματική γνώση της Μοσχολιού που είχε εγγραφεί μέσα της ήδη από τα παιδικά της χρόνια, της έδωσε τη δυνατότητα να μπορεί να αγγίζει με τη φωνή της τις ψυχές
.
Κι αυτό το κατάφερε από μικρό κορίτσι, τραγουδώντας για εφήμερους και αήττητους έρωτες , για βουβούς πόνους και για διαβρωτικές μοναξιές, χωρίς η ίδια ακόμα να τις έχει νιώσει.

Η φωνή όμως ήξερε. Βάδιζε στα απάτητα μονοπάτια που της άνοιγαν οι μεγάλοι δημιουργοί, με τη σιγουριά ενός έμπειρου ιχνηλάτη της ανθρώπινης φύσης.

Όταν τραγουδά το «Άνθρωποι μονάχοι» είναι 34 ετών, έχει ήδη ζήσει πολλές ερμηνευτικές ζωές και είναι έτοιμη να μιλήσει για την μοναξιά, δίνοντας για μια ακόμη φορά φωνή στους ξεχασμένους και τους έρημους.

Ο λυγμός της Μοσχολιού αδιόρατος αλλά δραματικά υπαρκτός τους αγγίζει όλους, γιατί τους αφορά όλους:

«…άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα…»

Το συγκλονιστικό τέλος με τα αποσιωπητικά του να αποδίδονται με μοναδικό ερμηνευτικά τρόπο, αφήνουν τη λέξη «εμένα» να επικρέμεται πάνω από το κεφάλι όλων μας.

Η μοναξιά ανθίζει το άγριο λουλούδι της στην ερημιά των ανθρώπων και το αγκάθι της είναι οδυνηρό.

Το τραγούδι «Άνθρωποι μονάχοι» είναι βέβαια πρωτίστως δημιούργημα του μεγάλου μας συνθέτη Γιάννη Σπανού και του αγαπημένου εκλιπόντα Γιάννη Καλαμίτση.

Όπως αφηγείται ο ίδιος ο στιχουργός στο περιοδικό «Δίφωνο»:

«Το τραγούδι αυτό μπήκε στο δίσκο τελευταίο. Είχανε γράψει τις ορχήστρες στα άλλα τραγούδια και τους έλειπε ένα. Ο Μάνος Ελευθερίου βρήκε το στίχο μου πάνω στο πιάνο του Σπανού –τον είχα ταχυδρομήσει- και του είπε να το μελοποιήσει.

Επειδή δεν γινόταν να μπει ορχήστρα, το τραγούδι δισκογραφήθηκε μόνο με κιθάρα. Δεν έκανε μεγάλη επιτυχία αμέσως, Άργησε κάποια χρόνια να γίνει αγαπητό.»

Άρα εδώ εμπλέκεται και ο Μάνος Ελευθερίου που διέκρινε αμέσως την αξία του στίχου, τον οποίο ο αριστοτέχνης μελωδός Γιάννης Σπανός μελοποίησε ιδανικά.

Ακόμα και η βιασύνη του εγχειρήματος λειτούργησε κι αυτή ευεργετικά γιατί η ερμηνεία της Μοσχολιού συνοδευόμενη μόνο από μια κιθάρα, μπόρεσε να αποδώσει το αίσθημα της εσωτερικής ερημιάς που ο Γιάννης Καλαμίτσης έχει καταφέρει να αποτυπώσει ατόφιο στα λόγια του, με μια σειρά εικόνων ενός κόσμου άδειου και λεηλατημένου.

Ενός κόσμου ηθελημένα ξεχασμένου μια και όσοι τον επισκέπτονται βιάζονται να τον εξοστρακίσουν από την σκέψη τους.

Εκεί σε αυτό το απόκοσμο τοπίο, που θυμίζει έντονα τόπο εξορίας, ζουν οι αποσυνάγωγοι, μόνοι και εύθραυστοι, έρμαια των ανεμπόδιστων ανέμων που σαρώνουν τη μνήμη των χαρούμενων συναθροίσεων.

Ο Γιάννης Καλαμίτσης υπενθυμίζει εμφατικά την ύπαρξη αυτού του τόπου της λήθης και των κατοίκων του:

«Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι…»

Και με τον τελευταίο στίχο του ορίζει την μοναξιά σαν ένα αναπόσπαστο τμήμα του εσώτερου εαυτού μας.

Η Μοσχολιού αντιλήφθηκε αμέσως την δραματική ένταση και της έδωσε υπόσταση με τη φωνή και τη μορφή της.

Έγινε εκείνη το «σπασμένο ξερόκλαδο» και το «ξεχασμένο στάχυ» για να μας δώσει ακόμα ένα λόγο να μην την ξεχάσουμε ποτέ.

Θα την έχουμε πάντα μαζί μας σαν τη φωτογραφία ενός αγαπημένου που δείχνουμε με υπερηφάνεια και σαν έγγραφο συνοδευτικό που θα βεβαιώνει τη μουσική μας ταυτότητα.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει
κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι

Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα…

 


«Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά. Και τα χρόνια περνούν.».

Οδυσσέας Ελύτης- Ιδιωτική οδός

 

ΠΗΓΗOGDOO   -Χρήστος Ασημακόπουλος

Advertisements