Τρελὸς μουσώνας ράγισε μεσονυχτὶς τὰ ρέλια.
Στὸ χέρι σου χλωρὸ κλαρί, χαρτὶ κι ἕνα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροὶ τὰ ροῦχα σου κουρέλια.
Νὰ σὲ σκεπάσω θέλησα, γλιστρᾶς καὶ δὲ μπορῶ.

 

Κοράλλι ὁ κατραμόκωλος βαστάει νὰ σὲ φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τὰ νύχια σου στὴ σάπια κουπαστή;
Εἶν᾿ ἕνα φάδι ἀθώρητο καὶ μοῦ μποδάει τὴ βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο καὶ σταχτί.

 

Παρακαλῶ σε κάθησε νὰ ξημερώσει κάπως.
Χρῶμα νὰ βρῶ, τὸ πράσινο καὶ τίντες μυστικές.
Κι ἀπέ, τὸ θρύλο νὰ σοῦ πῶ ποὺ μοῦ ῾πε μαῦρος κάπος
τὴ νύχτα ποὺ μᾶς ἔγλειφε φωτιὰ στὸ Μαρακές.

 

Ἀκόμα ξέρω τὸν ἀρχαῖο σκοπὸ τοῦ Μινικάπε,
τὴ φοινικιὰ ποὺ ζωντανὴ θρηνεῖ στὸ Παραμέ.
Μὰ ἕνα πουλὶ μοῦ μήνυσε πὼς κάποιος ἄλλος στά ῾πὲ
κάποιος, ποὺ ξέρει νὰ ἱστορᾶ καλύτερα ἀπὸ μέ.

 

Κάματος εἶναι ποὺ μιλᾶ στενόχωρα καὶ κάψα.
Πεισματική, καὶ πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
ὅμως δὲν εἴμαστε παιδιὰ νὰ πιάσουμε τὴν κλάψα.
Τί θά ῾δινα – «Πάψε, Σεβάχ» – γιὰ νά ῾μουνα παιδί!

 

Αὐγή, ποιὸς δαίμονας Ἰνδὸς σοῦ μόλεψε τὸ χρῶμα;
Γυρίζει ὁ ναύτης τὸν τροχὸ κι ὁ γύφτος τὴ φωτιά.
Καὶ μεῖς, ποὺ κάμαμε πετσὶ τὴν καραβίσια βρόμα,
στὸ πόρτο θὰ κερδίσουμε καὶ πάλι στὰ χαρτιά.

Ἰνδικὸς Ὠκεανὸς 1951

-Από το Τραβέρσο (1975)

 

Advertisements