Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου!
Τι θλιβερός χειμώνας!
Ένα πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται, ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέχει.
Ένας γέρος κοιτάζει μέσ’ απ’ το τζάμι.
Ένα ξερό δέντρο, ένα
φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού.
Ένα δέντρο με πορτοκάλια
πιο πέρα.
Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο και το φλιτζάνι
σπασμένο κι όλοι, Θε μου, να κλαίνε να κλαίνε να κλαίνε
Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά.
Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου!
Τι θλιβερός χειμώνας.


Βρέχει όπως και στο προηγούμενο ποίημα την Πορτοκαλιά.
Μια γυναίκα μ’ έναν καθρέφτη και κάτι σύρματα προσπαθεί να κρατήσει τα χρόνια. 
Όμως τα χρόνια φεύγουν
τα σύρματα μπαίνουν βαθιά μέσα στα μάγουλά της
τα ξεσκίζουν τρέχουν αίματα
ενώ ένα άγριο χέρι με μια κιμωλία πηγαινοέρχεται
και βάφει τα μαλλιά της άσπρα.

Advertisements