Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένας τενεκές. Φιλοξενούσε στα σπλάχνα του κατσικίσια φέτα, πρώτης ποιότητας με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης, όχι ό,τι κι ό,τι…

Αγοράστηκε από μια οικογένεια τυροφάγων με ανεβασμένο ουρικό οξύ και τσιμπημένη χοληστερίνη. Πλήρωσαν αδρά για να τον αποκτήσουν.

Σύντομα, πιο γρήγορα από ό,τι συνήθως, άρχισε να αδειάζει, μέχρι που μια μέρα καταναλώθηκε όλο το τυρί και λίγη αλμη απόμεινε στο εσωτερικό από λευκοσίδηρο για να υποδηλώνει τι κάποτε υπήρχε.

Ο τενεκές τα χρειάστηκε! Έχασε τον εσωτερικό του κόσμο! Αυτός που με τόση αγάπη φιλοξένησε την φέτα, την προστάτευσε, την φρόντισε να μην μουχλιάσει τώρα δεν είχε πια κανέναν λόγο ύπαρξης. Ήταν απαρηγόρητος.

Οι τυροφάγοι τον ξέχασαν στην υπόγεια αποθήκη του σπιτιού. Κι αυτός έλεγε στο πλαστικό δοχείο με τις ελιές πως κάποτε ήταν μεγάλος και τρανός και είχαν ξοδέψει αρκετά ευρώ για χάρη του οι ξεχασιάρηδες ιδιοκτήτες. Γελούσαν μαζί του οι ελιές, «Ξεγάνωτε» του λέγαν, «θα πας στην ανακύκλωση, μην μας ζαλίζεις αλλο!»

Ώσπου την άνοιξη τον πήγαν βόλτα στην αυλή. Τον έπλυναν από την σκουριά και γέμισαν με χώμα τα σπλάχνα του, οι άσπλαχνοι τυροφάγοι. Φύτεψαν και έναν βασιλικό και βρέθηκε ο καημένος ανάμεσα σε άλλους τενεκέδες με γεράνια και γαρδένιες.

Τότε, λοιπόν κατάλαβε. Δεν φτιάχτηκε αυτός τυρί να κουβαλάει. Ούτε στον κάδο θα κατέληγε, όπως οι Κασσάνδρες Καλαμών ελιές άστοχα προβλέψαν. Αυτός θα ήταν στην αυλή με ομοίους του παρέα, να μεγαλώνει ένα φυτό, να δέσει και να ανθίσει κι ας έγραφε στο εξωτερικό «Φέτα Καλαβρύτων».

Παρασκευή Παπία

 

Advertisements