Advertisements
Previous Post
Tweet about this on TwitterPin on PinterestShare on LinkedInShare on Google+Email this to someoneShare on FacebookShare on VkontakteShare on Odnoklassniki
Read on Mobile

Αλμπέρ Καμύ: «Οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν περιφρονούν τίποτε και υποχρεώνουν εαυτούς να κατανοούν αντί να κρίνουν»

Ήταν 17 Οκτωβρίου του 1957 όταν ο Γάλλος στοχαστής έβαλε τους «πνευματικούς ανθρώπους» στη θέση τους. Διαβάστε ένα απόσπασμα από την ιστορική ομιλία του στην τελετή παραλαβής του Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η ομιλία εκφωνήθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, στο Δημαρχείο της Στοκχόλμης, στο τέλος του συμποσίου που έκλεισε την τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ.

«Παραλαμβάνοντας τη διάκριση με την οποία θέλησε να με τιμήσει η ανεξάρτητη Ακαδημία σας, η ευγνωμοσύνη μου γίνεται ακόμη πιο βαθιά αναλογιζόμενος σε ποιο βαθμό η εν λόγω επιβράβευση υπερβαίνει την προσωπική μου αξία. Κάθε άνθρωπος και, ιδιαιτέρως, κάθε καλλιτέχνης επιθυμεί την αναγνώριση. Και εγώ την επιθυμώ. Αλλά στάθηκε αδύνατον να πληροφορηθώ την απόφασή σας χωρίς να παραβάλω τον αντίκτυπό της με ό,τι πραγματικά είμαι. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος –μάλλον νέος, με μοναδική περιουσία τις αμφιβολίες του κι ένα έργο ακόμη στα σκαριά, συνηθισμένος να ζει στην απομόνωση της δουλειάς ή στο καταφύγιο της φιλίας– να μάθει, χωρίς να κυριευθεί από ένα είδος πανικού, μιαν απόφαση που τον τοποθετεί διαμιάς, μόνο και απογυμνωμένο, κάτω από ένα δυνατό προβολέα; Με τί καρδιά μπορεί, εξάλλου, να αποδεχθεί αυτή την τιμή τη στιγμή που άλλοι συγγραφείς, από τους πλέον σημαντικούς στην Ευρώπη, καταδικάζονται στη σιωπή και, συγχρόνως, ο γενέθλιος τόπος του ζει μιαν ατέρμονη δυστυχία;

Αυτή την αναστάτωση και την εσωτερική ταραχή ένιωσα. Για να ξαναβρώ τη γαλήνη μου, χρειάστηκε να συμφιλιωθώ, εν τέλει, με μια πολύ γενναιόδωρη μοίρα. Και, εφόσον αδυνατούσα να εξισωθώ μαζί της βασιζόμενος μόνο στην προσωπική μου αξία, το μόνο που βρήκα να με βοηθήσει είναι ό,τι με στήριξε στις πιο αντιφατικές περιστάσεις κατά τη διάρκεια της ζωής μου: η άποψή μου για την τέχνη και τον ρόλο του συγγραφέα. Επιτρέψτε μου μόνο να σας εκθέσω, ορμώμενος από αίσθημα ευγνωμοσύνης και φιλίας, την άποψή μου αυτή όσο πιο απλά μπορώ.

Προσωπικά, μου είναι αδύνατον να ζήσω χωρίς την τέχνη μου. Αλλά ουδέποτε την έβαλα πάνω απ’ όλα. Αντιθέτως, μου είναι απαραίτητη γιατί συνυπάρχει με τον καθένα και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους. Η τέχνη δεν είναι για μένα μια απόλαυση μοναχική. Είναι ένα μέσο για να αγγίζω τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους μια προνομιακή εικόνα για τους κοινούς πόνους και τις χαρές. Εξαναγκάζει, λοιπόν, τον καλλιτέχνη να μην απομονωθεί και του επιβάλλει την πιο ταπεινή και οικουμενική αλήθεια. Και αυτός που συχνά επιλέγει τη μοίρα του καλλιτέχνη επειδή αισθάνεται διαφορετικός, πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι δεν θα τονώσει την τέχνη και τη διαφορετικότητά του παρά μόνον αποδεχόμενος την ομοιότητά του με όλο τον κόσμο. Ο καλλιτέχνης διαπλάθεται μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πηγαινέλα από το εγώ του στους άλλους, στο μεταίχμιο μεταξύ της αναγκαίας γι’ αυτόν ομορφιάς και της κοινότητας από την οποία αδυνατεί να αποσπαστεί. Γι’ αυτό τον λόγο οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν περιφρονούν τίποτε και υποχρεώνουν εαυτούς να κατανοούν αντί να κρίνουν. Κι αν πρέπει να πάρουν το μέρος κάποιου σε αυτόν τον κόσμο, δεν μπορούν παρά να ταχθούν υπέρ μιας κοινωνίας όπου, σύμφωνα με την ιστορική ρήση του Νίτσε, δεν θα κυριαρχεί πλέον ο κριτής αλλά ο δημιουργός, είτε είναι εργάτης είτε διανοούμενος.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο ρόλος του συγγραφέα συνδέεται μ’ ένα δύσκολο καθήκον. Εξ ορισμού, ο συγγραφέας δεν μπορεί να ταχθεί σήμερα στην υπηρεσία όσων φτιάχνουν την Ιστορία· υπηρετεί αυτούς που την υφίστανται. Διαφορετικά, θα βρεθεί μόνος και χωρίς την τέχνη του. Όλες οι στρατιές των τυράννων με τις χιλιάδες άνδρες τους δεν θα τον αποσπάσουν ποτέ από τη μοναξιά του, ακόμη και εάν –κυρίως τότε– δεχτεί να συμπορευτεί. Αρκεί, όμως, η σιωπή ενός άγνωστου φυλακισμένου, εγκαταλελειμμένου, που ταπεινώνεται στην άλλη άκρη της γης, για να ανασύρει τον συγγραφέα από την εξορία του, κάθε φορά που καταφέρνει, τουλάχιστον, να μη λησμονήσει αυτή τη σιωπή μες στα προνόμια της δικής του ελευθερίας και να την κάνει να αντηχήσει μέσω της τέχνης του.

Σειρά εξωφύλλων βιβλίων του Αλμπέρ Καμύ σε αγγλική μετάφραση από τις εκδόσεις Vintage. Σχεδιαμός: Helen Yentus, 2007.

Σειρά εξωφύλλων βιβλίων του Αλμπέρ Καμύ σε αγγλική μετάφραση από τις εκδόσεις Vintage. Σχεδιαμός: Helen Yentus, 2007.

Κανείς από εμάς δεν είναι αρκετά σπουδαίος για μια παρόμοια αποστολή. Αλλά σε όλες τις περιστάσεις της ζωής –είτε είναι άσημος είτε προσωρινά διάσημος, είτε τον έχουν ρίξει στα δεσμά της τυραννίας είτε παραμένει για ένα διάστημα ελεύθερος να εκφραστεί– ο συγγραφέας μπορεί να ξαναβρεί το αίσθημα μιας ζωντανής κοινωνίας που θα τον δικαιώσει με μόνη προϋπόθεση να αποδεχτεί, όσο του είναι δυνατόν, τη διπλή υποχρέωση που προσδίδει αξία στο έργο του: να ταχθεί στην υπηρεσία της αλήθειας και της ελευθερίας. Εφόσον, προορισμός του είναι να συνενώσει τον μεγαλύτερο δυνατόν αριθμό ανθρώπων, αδυνατεί να συμβιβαστεί με το ψεύδος και τη δουλεία που, όπου βασιλεύουν, πολλαπλασιάζουν τη μοναξιά. Όποιες κι αν είναι οι προσωπικές μας αναπηρίες, το μεγαλείο της δουλειάς μας θα ριζώσει μόνο αν αναλάβουμε μια δέσμευση διττή, που δύσκολα τηρείται: την άρνηση του ψεύδους για ό,τι γνωρίζουμε και την αντίσταση στην καταπίεση.

Advertisements
Next Post

Written by

Related Post

Δυστυχώς για πολλούς… δεν χρωστάς σε κανέναν
Όποιος λαχταράει πόλεμο, παλεύει κάθε μέρα με τον εαυτό του. Δικαίωμά του και καλά κάνει,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: