Στις 18 Μαρτίου 1996 σιγεί για πάντα ο κορυφαίος υπερρεαλιστής στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, ο Οδυσσέας Ελύτης. Ένας λογοτέχνης που αγάπησε την πατρίδα του, συμμετείχε για χάρη της στον πόλεμο με το βαθμό του ανθυπολοχαγού, την εξύμνησε μέσω της λογοτεχνίας και της χάρισε το δεύτερο, και τελευταίο κατά σειρά, Νόμπελ λογοτεχνίας το 1979. Άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 85 ετών, όμως κληροδότησε στις επόμενες γενιές μια τεράστια παρακαταθήκη λογοτεχνικών έργων, κάποια εκ των οποίων έχουν μελοποιηθεί από εξαίρετους συνθέτες.

«Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.»

Η ζωή του Ελύτη

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης (όπως ήταν το πραγματικό του επώνυμο) είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο Κρήτης.

Προερχόταν από σχετικά εύπορη οικογένεια μιας και ο πατέρας του, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης (Λέσβιος στην καταγωγή), ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας στον τομέα της σαπουνοποιίας και της πυρηνελουργίας. Η μητέρα του λογοτέχνη, Μαρία Βρανά, καταγόταν και αυτή από τη Λέσβο. Το ζεύγος Αλεπουδέλη παντρεύτηκε το 1897 και απέκτησε συνολικά έξι παιδιά με τον ποιητή να αποτελεί τον βενιαμίν της οικογένειας.

Το 1914 ξέσπασε ο Α’  Παγκόσμιος πόλεμος και η οικογένεια Αλεπουδέλη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Ελύτης σε ηλικία 6 ετών ξεκινά τη φοίτησή του στο ιδιωτικό σχολείο Μακρή. Όμως, 4 χρόνια αργότερα (1918) δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα, καθώς «φεύγει» από τη ζωή η αδελφή του Μυρσίνη στην τρυφερή ηλικία των 20 ετών.

Πέντε χρόνια αργότερα (1923) αφού έχει ολοκληρωθεί η Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένεια του ποιητή ταξιδεύει κατά σειρά σε Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία και Γιουγκοσλαβία. Το 1924 ευρισκόμενοι στην Ελβετία και πιο συγκεκριμένα στη Λωζάνη γνωρίζουν το πολιτικό τους ίνδαλμα, Ελευθέριο Βενιζέλο. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ο Ελύτης σε ηλικία 13 ετών πηγαίνει στο Γ’ Γυμνάσιο Αρρένων αλλά το χτύπημα της μοίρας θα είναι πιο δυσβάσταχτο αυτή τη φορά, καθώς «χάνει» τον πατέρα του ένα χρόνο μετά (1925).

» Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.»

 

Η λογοτεχνία στη ζωή του Ελύτη

Το 1928 ο Ελύτης έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη λογοτεχνία και συν τω χρόνω θα δημιουργήσει μια σχέση αγάπης κι εξάρτησης μαζί της χωρίς ποτέ να την προδώσει.

Συνεργάζεται με το γνωστό περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων», γνωρίζει την γαλλική κι ελληνική λογοτεχνία εις βάθος, διαβάζει ποίηση και θέλγεται από το έργο των Καβάφη, Καρυωτάκη, Λόρκα και Ελιάρ ενώ τον ελκύει το ρεύμα του υπερρεαλισμού στο οποίο αποφασίζει να ενταχθεί.

Το 1930 εγγράφεται στη νομική Αθηνών, εντάσσεται στην Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών και συμμετέχει σε συνέδρια με σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Συκουτρής, ο Θεοδωρακόπουλος, ο Κανελλόπουλος κι ο Τσάτσος.

Λίγα χρόνια μετά, συνάπτει ισχυρή φιλία με τους Εμπερίκο, Θεόφιλο και Σαραντάρη γεγονός που έδειξε την σταθερή πορεία του Ελύτη στο δρόμο του υπερρεαλισμού. Δημοσιεύει κάποια ποιήματά του σε περιοδικά υπογράφοντας με ψευδώνυμο, ενώ γεννιέται μέσα του και η αγάπη για τη ζωγραφική, μια αγάπη εφάμιλλη με τη λογοτεχνία. Παράλληλα, επεκτείνει τις συνεργασίες του εντασσόμενος στο περιοδικό Νέα Γράμματα και δημοσιεύει το ποίημα «Αιγαίο» υπογράφοντας για πρώτη φορά με το αληθινό του επίθετο. Στα Νέα Γράμματασυνεργάστηκε με τους Σεφέρη, Θεοτοκά, Κατσίμπαλη και Καραντώνη.

Το 1936 συνδέεται στενά με τους καλλιτέχνες Χατζηκυριάκο -Γκίκα και Μόραλη λόγω της κοινής αγάπης τους για τη ζωγραφική. Ωστόσο, η σημαντικότερη γνωριμία για τον Ελύτη θα είναι με τον Καρύδη, ιδιοκτήτη του εκδοτικού οίκουΊκαρος, ο οποίος θα εκδώσει τα περισσότερα βιβλία του ποιητή.

» Η Ποίηση έγινε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού· ή εάν όχι, τότε, για να δείχνει πόσο λανθασμένα εμείς συλλάβαμε την δωρεά του.»   Από την «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», 1979

 

Ο πόλεμος και ο Ελύτης

Ο Ελύτης 3 χρόνια πριν ξεσπάσει ο Β΄Παγκόσμιος πόλεμος τελειώνει τη φοίτησή του στη Νομική και στρατεύεται στον ελληνικό στρατό. Δύο χρόνια μετά (1938) αποστρατεύεται ως έφεδρος αξιωματικός.

Ένα χρόνο μετά ξεσπά ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Εντός της διάρκειας του πολέμου, ο ποιητής θα καταφέρει να κυκλοφορήσει σε 300 αντίτυπα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Προσανατολισμοί».

Το 1940 ξεκινά κι ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Ο Ελύτης εντάσσεται από την πρώτη μέρα στον ελληνικό στρατό ως ανθυπολοχαγός. Πολεμά στην πρώτη γραμμή και λίγο μετά μεταβαίνει με το λόχο του στο αλβανικό έδαφος.

Στο μεταξύ ποιήματά του μεταφράζονται στα γαλλικά από τον Σάμουελ Μπο Μποβί.

Λίγο μετά, ο Ελύτης παθαίνει κοιλιακό τύφο και είναι ετοιμοθάνατος. Σώζεται από θαύμα και -παρόλο που ο πόλεμος μαίνεται- καταφέρνει να εκδώσει τη 2η ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα». Επρόκειτο για μια αντιστασιακή, συμβολιστική συλλογή, βαθιά υπερρεαλιστική, εμφανώς επηρεασμένη από την «Αμοργό» του Γκάτσου και τον «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου.

Το 1945 συνάπτει ακόμη μία συνεργασία με το αμιγώς υπερρεαλιστικό περιοδικό Τετράδιο και μεταφράζει ποιήματα του Λόρκα, ενώ δημοσιεύει την ελεγεία «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

Με την ολοκλήρωση του πολέμου και κατόπιν πρότασης του φίλου του Γ.Σεφέρη, αναλαμβάνει τη διεύθυνση προγράμματος του ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας). Λίγο καιρό αργότερα παραιτείται και ασχολείται συστηματικά με τη ζωγραφική χωρίς να λησμονεί ούτε κατ’ελάχιστο την ποίηση.

» Μακριά, μέσα στ’ απώτατα βάθη του Αμνού, ο πόλεμος συνεχίζεται.»

 

Εμφύλιος και δικτατορία

Το 1948 η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι σε εμπόλεμη κατάσταση. Αυτή τη φορά, θα ξεσπούσε ένας άνευ προηγουμένου εμφύλιος πόλεμος. Ο Ελύτης εγκαταλείπει τη χώρα και επισκέπτεται για δεύτερη φορά στη ζωή του την Ελβετία, ενώ γνωρίζει το Παρίσι και την Ισπανία (1950). Έρχεται σε επαφή με την ποίηση των Μπρετόν, Ελιάρ, Τζαρά, Καμί και με τα εικαστικά έργα των Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ και Τζιακομέτι. Την ίδια εποχή εγκαθίσταται στο Λονδίνο και προσλαμβάνεται στο σταθμό του BBC.

Το 1952 επιστρέφει στην Ελλάδα. Αναλαμβάνει ξανά διευθυντής του ΕΙΡ (1953) και τον επόμενο χρόνο παραιτείται ξανά. Το 1959 είναι χρονιά ορόσημο για τον ποιητή. Γράφει το αριστούργημά του «Ἀξιον Ἐστί», το «κτήμα του λαού» (όπως χαρακτηρίστηκε), ένα έργο που μελοποιήθηκε από τον Μ.Θεοδωράκη (1964) και 20 χρόνια μετά (1979) έμελλε να του χαρίσει το Νόμπελ λογοτεχνίας.

Έπειτα από μια τριετία (περίπου), η δικτατορία κάνει την εμφάνισή της στην Ελλάδα. Ο Ελύτης την περίοδο 1969-1971, αφού μεταφράσει έργα της Σαπφώ, φεύγει για το Παρίσι. Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1971. Η χούντα πέφτει (1974) και λίγο μετά αναλαμβάνει πρόεδρος του ΕΙΡ και μέλος του Δ.Σ του Εθνικού Θεάτρου. Η Ν.Δ.του προτείνει να μπει στο ψηφοδέλτιο επικρατείας για τις επικείμενες εκλογές, αλλά εκείνος αρνείται. Μάλιστα, αρνείται και την πρόταση που να αναγορευθεί Ακαδημαϊκός.

» Τόσο δύσκολο, μα τόσο δύσκολο ν’ αφήσεις την εποχή σου να σε σφραγίσει, χωρίς να σε παραχαράξει.»

Το Νόμπελ και το τέλος

Στις 18 Οκτωβρίου 1979 η σουηδική ακαδημία ανακοινώνει στον Ελύτη ότι είναι υποψήφιος για το Νόμπελ λογοτεχνίας. Μάλιστα, σύμφωνα με τις φήμες της εποχής, η σουηδική ακαδημία ήθελε να προτείνει και τον Ρίτσο για το Νόμπελ (1978). Μια φήμη που δεν διαψεύστηκε  από την ίδια την ακαδημία, η οποία την άφησε να πλανάται ως κάτι που ίσχυε. Πάντως, θεωρήθηκε σίγουρο από τον πνευματικό κόσμο της εποχής, ότι η ακαδημία είχε προτείνει και στους δύο ποιητές να λάβουν το βραβείο από κοινού. Αμφότεροι αρνήθηκαν.

Τότε ο φιλόλογος Ίνγκεμαρ Ρέντιν επισκέπτεται την Ελλάδα για λογαριασμό της ακαδημίας με σκοπό να τους πείσει για την από κοινού παραλαβή του βραβείου. Δεν το πετυχαίνει. Ο Ρίτσος θέτει εαυτόν εκτός διαδικασίας και δηλώνει:«Η απονομή του βραβείου Νόμπελ στον μεγάλο μας Έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη δεν είναι μία τιμή προς τον Ελύτη, αλλά μία τιμή προς το ίδιο το Νόμπελ…»

Ο Ελύτης είναι ο μοναδικός υποψήφιος και ο Ρέντιν μένει στην Ελλάδα για ικανό χρονικό διάστημα. Κάνει στενή παρέα με τον Ελύτη και τον πείθει να δεχθεί το Νόμπελ. Βέβαια, επί της ουσίας, ο Ελύτης ποτέ δεν εξέφρασε άρνηση για αυτό. Μάλιστα, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες φήμες, ο Ρίτσος έχασε το Νόμπελ λόγω της αριστερής του ιδεολογίας. Όταν ο Ρέντιν ρωτήθηκε για τις φήμες, όπως ήταν αναμενόμενο, απάντησε αρνητικά. Φέρεται να δήλωσε πως παρά τα πολύ καλά ποιήματα του Ρίτσου κανένα δεν φτάνει το «Ἀξιον Ἐστί», ένα έργο που χάρισε το Νόμπελ στον Ελύτη.

Στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, ο Ελύτης παραλαμβάνει το βραβείο του. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ακαδημίας, το Νόμπελ απονεμήθηκε στον Ελύτη «για την ποίησή του, που με βάθρο την ελληνική παράδοση περιγράφει με αισθητική δύναμη και υψηλή πνευματική διακριτικότητα, τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία».

Αν και βρέθηκαν αρκετοί να επικρίνουν τον Ελύτη για την μη απονομή του Νόμπελ στον Ρίτσο, εκείνος απάντησε: «αιώνες τώρα φωνάζω Ελληνικά κι ούτε που μου αποκρίνεται κανένας…».

Τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από πολλή ποίηση, πολλές μεταφράσεις δοκιμίων και διακρίσεις. Η πορεία του ποιητή στη ζωή και στη λογοτεχνία θα ολοκληρωθεί λίγα χρόνια μετά. Στις 18 Μαρτίου 1996, ο Ελύτης προδίδεται από την καρδιά του κι αφήνει την τελευταία του πνοή στην Αθήνα.

» Όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.»

 

Ο Ελύτης κι ο …αλήτης!

Ο Ελύτης σε μια συνέντευξή του είχε παραδεχθεί ότι το επώνυμό του δεν ήταν πραγματικό. Επινόησε ένα επίθετο, αφενός για να μην εκμεταλλευτεί το γνωστό και σημαίνον πατρικό του επώνυμο αλλά και γιατί την περίοδο που συνεργαζόταν με το περιοδικό Νέα Γράμματα ντρεπόταν να χρησιμοποιήσει το δικό του. Μάλιστα είχε πει κάποτε:

«…πάντοτε οι λέξεις που άρχιζαν από «ελ», έψιλον και λάμδα, μου ασκούσαν μια μαγεία – είτε γιατί ήταν η Ελλάδα, είτε η Ελπίδα, είτε η Ελευθερία είτε μια Ελένη που ήμουν τότε ερωτευμένος, όλες αυτές που αρχίζουν από «ελ»… Το σκέφτηκα έτσι. Κατόπιν ήταν το γράμμα ύψιλον, που για μένα είναι το πιο ελληνικό γράμμα. Και έβαλα μετά το λάμδα, το ύψιλον. Δεν χρειαζόταν λοιπόν, παρά να βάλω μια κατάληξη που να είναι και λίγο αρχαιοπρεπής αν θέλετε –ύτης και έτσι ενώ στην αρχή έψαχνα να βάλω κάτι μεταξύ του «ελ» και του «της», έβαλα το ύψιλον και βγήκε το «Ελύτης».

Βέβαια, υπάρχουν κι άλλες ερμηνείες για την προέλευση του επωνύμου του Ελύτη. Κάποιοι φίλοι του ισχυρίστηκαν, ότι ίσως προέρχεται από την λέξη elite που δηλώνει την ελιτίστικη συμπεριφορά, άλλοι θεώρησαν το λογοτεχνικό επώνυμο του ποιητή ως έμπνευση από τον Γάλλο υπερρεαλιστή ποιητή Eluardενώ άλλοι συνέδεσαν ετυμολογικά το επίθετος Ελύτης με το αλήτης, χαρακτηρισμός που αποδόθηκε στον ποιητή λόγω της αντίστασής του στον αστικό και συμβιβασμένο τρόπο ζωής.

Ο Ελύτης και η ελληνική γλώσσα

Ο Ελύτης είναι γνωστό ότι ήταν υπέρμαχος της ελληνικής γλώσσας, τη λάτρευε και την εκτιμούσε βαθιά:

«Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο του ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποίησαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω», έχει δηλώσει για το έργο του.

Κατά την απονομή του Νόμπελ δήλωσε για τη γλώσσα μας:

«Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα{…}. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου{…}. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών.»

» Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική.
Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.»

 

Επίλογος

Το αφιέρωμα αυτό θα ολοκληρωθεί με κάποιους στίχους από το ποίημα του Ελύτη, Μονόγραμμα:

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Πηγές:12345

Χάρης Αβραμίδης  για την ομάδα του filologika.gr

Πηγή: filologika

 

Advertisements