«(…) Πώς αφήσαμε τις ώρες μας και χάθηκαν, πασχίζοντας ανόητα

να εξασφαλίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων. Ούτε ένα

δικό μας δευτερόλεπτο, μέσα σε τόσα μεγάλα καλοκαίρια, να δούμε

τον ίσκιο ενός πουλιού πάνω στα στάχυα — μια μικρή τριήρης

σε μια πάγχρυση θάλασσα· — μπορεί μ’ αυτήν ν’ αρμενίζαμε

για έπαθλα σιωπηλά, για κατακτήσεις πιο ένδοξες. Δεν αρμενίσαμε.

Ώρες – ώρες, μου φαίνεται πως είμαι ένας ήσυχος νεκρός που κοιτάζει εμένα τον ίδιο να υπάρχω (…)»

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, Δεκέμβρης 1966 – Οχτώβρης 1970


 

«(…) Οι αγρότες θα κοιμήθηκαν με τα μεγάλα χέρια τους πάνω στην κοιλιά τους

και τα πουλιά με τα μικρά τους χέρια ελαφρά γαντζωμένα απ’ τα κλαδιά μες στον ύπνο τους

σα να μην προσπαθούν να κρατηθούν, σα να μην είναι τίποτα η προσπάθεια,

σα να μην έγινε τίποτα, σα να μην πρόκειται τίποτα να γίνει —

ανάλαφρα – ανάλαφρα, σα νάχει εισδύσει ο ουρανός στα φτερά τους,

σαν κάποιος να περνάει το στενόμακρο διάδρομο μ’ ένα λύχνο στο χέρι

κ’ είναι όλα τα παράθυρα ανοιχτά κ’ έξω στο ύπαιθρο ακούγονται

τα ζώα ν’ αναμηρυκάζουν γαληνιαία σαν μέσα στην αιωνιότητα.

Μ’ αρέσει αυτή ή νωπή ησυχία. Κάπου εδώ κοντά, σ’ ένα χαγιάτι,

μια νέα γυναίκα θα χτενίζει τα μακριά μαλλιά της

και πλάι της θ’ ανασαίνουν τ’ απλωμένα εσώρρουχα στο φεγγαρόφωτο. Όλα ρευστά, γλυστερά, ευτυχισμένα. Μεγάλες υδρίες μες στους λουτήρες

θαρρώ πως χύνουνε νερό στων κοριτσιών τους αυχένες και τα στήθη,

γλυστράνε τα μικρά, αρωματικά σαπούνια στα πλακάκια,

οι φυσαλίδες διασχίζουν τους θορύβους των νερών και των γέλιων,

μια γυναίκα γλύστρησε κ’ έπεσε,

γλύστρησε το φεγγάρι απ’ το φεγγίτη,

όλα γλυστρουν απ’ το σαπούνι — δεν μπορείς να τα κρατήσεις

ούτε μπορείς να κρατηθείς· — αυτό το γλύστρημα

είναι ο επανερχόμενος ρυθμός της ζωής· οί γυναίκες γελάνε

τραντάζοντας λευκούς, πανάλαφρους πυργίσκους σαπουνάδας

επάνω στο δασάκι του εφηβαίου τους. Έτσι νάναι ή ευτυχία; (…)»

ΟΡΕΣΤΗΣ, Ιούνης 1962 – Ιούλης 1966

 

Πηγή: Στηθάγχη

 

Advertisements