Δεν περίμενα να βρεθώ ξανά εδώ,
σ’αυτό το μέρος, κι όμως να’μαι,
σ’αυτόν τον πανικό.

Με τρομάζει η αδιέξοδος της απελπισμένης ματαιότητας. Επιμένει.
– Τι θέλει;
– Δεν ξέρω, κοιμήσου.

Ακούγονται βήματα στη ξύλινη γέφυρα.
Άλλοι γυρίζουνε σπίτι
άλλοι φεύγουν
όλοι γελιούνται.
Τα σπίτια δεν είναι φτιαγμένα από ατσάλι και μπετόν,
αλλά απ’το βλέμμα των ανθρώπων.

Κοιμήσου και μην μου φοβάσαι.
Αύριο πρωί θα πετάξω όλα σου τα παιχνίδια
στα σκουπίδια,
να μην στοιχειώνουν τα όνειρα σου.

Θα μαλώσω τους γιατρούς που
σε τρυπάνε με βελόνες, σε
πονάνε –

μην λυπάσαι,

και θα κλείσω τις πόρτες στα ντουλάπια πριν να κοιμηθείς,
μην βγει εκείνος ο μπαμπούλας.

-Κι αν ξετρυπώσει από κάπου;
-Θα τον σκοτώσω πρώτος εγώ!

Μετά θα πλύνω τα πιάτα.
Θα σε βγάλω την πιο όμορφη φωτογραφία.
Θα μάθω να σε τραγουδάω,
με τις νότες της πιο όμορφης σιωπής.

Κι όταν μαλώνουμε και θα έχεις σταυρωμένα τα χέρια,
ή θα φτιάχνεις χάρτινα οπλισμένα καραβάκια,
εγώ θα καίω ολότελα τον στόλο σου.

Κράτα αν θες τους ιππείς και τις στρατιές σου με τα άχρηστα ξύλινα σπαθιά τους.
Εγώ, θα σε πάρω αγκαλιά,
και μαζί,
θα βουτάμε στα πιο υπέροχα νερά
του
πιο
ζεστού
ωκεανού.

Κι όταν μεγαλώσουμε κι έχεις ζαρωμένα χέρια,
θα σου τα φτιάχνω εγώ χάρτινα καραβάκια
που θα μυρίζουν την αλμυρά
της βιαστικής μας νιότης.
Ή μια ζέστη σοκολάτα με όλους τους χειμώνες μας
να λιώνουνε μέσα.

Μ’αρέσει πόσο σ’αρέσει ο υπερθετικός στο συναίσθημα
κι ας είναι γελοίος- θα στο προφέρω
με τα χείλη μου επάνω στα δικά σου.

Κοιμήσου

Κριστιάν Νίρκα

Advertisements