Είναι κάποιοι άνθρωποι που φεύγουν, εύκολα και απροειδοποίητα, και πίσω δεν αφήνουν μόνο μία θλιμμένη οικογένεια, αλλά πολλές παραπάνω. Είναι εκείνοι, που πριν «φύγουν» (γιατί το «πεθάνουν» ακούγεται  βαρύ και το’χουμε κόψει τελευταία), έχουν αφήσει ενέχυρο τις ιδέες τους, σαν υπόσχεση ότι κάποτε θα γυρίσουν να τις πάρουν πίσω. Θα μπορούσα να αρχίσω να αναφέρω μερικούς, αλλά δεν έχει νόημα· ο καθένας από μας έχει σκεφτεί τουλάχιστον δύο ήδη. Θα σταθώ και εγώ σε δύο τέτοιους ανθρώπους.

Χθες βρέθηκα σε ένα αφιέρωμα για την Κατερίνα Γώγου, με αφορμή το  βιβλίο : «Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του», των εκδόσεων Καστανιώτη. Η Γώγου είχε ζήσει ποιητικά και πολιτικά, όχι όμως με τον ρόδινο τρόπο αφενός του ρομαντισμού και αφετέρου του οργανωμένου πολιτικού αγώνα. Αλλιώς. Με αναρχία και αντίδραση, χωρίς να μπλεχτεί σε πηγαδάκια ούτε ποιητών, ούτε πολιτικών ομάδων. Μοναχικός λύκος, με παρέα κάτι άλλους μοναχικούς που όμως δεν γίνονταν αγέλη, με αρχηγούς , πάνω, κάτω και πλαγίως. Πάνω σ’αυτό αναφέρθηκε μια δυνατή ιδέα της Γώγου, πως ο ενταγμένος γίνεται ενός άλλου τύπου μικροαστός. Μέσα στην ομάδα βρίσκει τη βολή του, σταματάει να αμφισβητεί, και ακούει μία μόνο συχνότητα, αυτή της οργάνωσης.

«Στέκω εδώ
σημάδι των καιρών
στην παγκόσμια διασταύρωση σκοτωμένη
από μικροαστικό αυτοκίνητο 9 άσπρων αλόγων
απ’ τον καιρό της κομμούνας του Παρισιού ασάλευτη
τα χαρτιά μου άχρηστα πια κι η τσάντα μου πεταμένη
κανείς δεν πλησιάζει απ’ την μπόχα μου.»

(Απόσπασμα από το ποίημα «Είμαι εγώ», Ιδιώνυμο)

 

Κάπως έτσι ξύπνησαν και μερικά λόγια της Μαλβίνας : «Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς».

Το συγκεκριμένο είναι η κατάληξη ενός άρθρου της για το περιοδικό 01, με τίτλο «Βλέπει τσόντα ο πρόεδρος;», το οποίο είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, μιας και ο «πρόεδρος» του τίτλου, αναφερόταν στον τότε ΠτΔ , Κωστή Στεφανόπουλο . Η Μαλβίνα είχε θεωρήσει τον Στεφανόπουλο παντελώς ανάξιο για πρόεδρο, μάλιστα πίστευε πως ο λόγος που πήρε το αξίωμα είναι μόνο η μικροαστική σεμνότητα που πούλαγε. Έτσι στο άρθρο της στο 01, αναλύει τον μικροαστισμό όπως μόνο εκείνη θα μπορούσε :

 

«Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί, δε σκέφτονται ποτέ τους να αυτοκτονήσουν γιατί η ζωή τους ανήκει στο Θεό, αλλά στην ουσία, επειδή δεν αποφασίζουν ούτε για τη ζωή τους, ούτε για το θάνατό τους. Είναι αμνήμονες εκεί που τους συμφέρει, αλλά οραματιζόμενοι το μέλλον δε ζουν ποτέ ένα παρόν της προκοπής.

Κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα που, κατά κανόνα, τα προφταίνει ο θάνατος. Χτίζουν ντουβάρια. Αγοράζουν οικοπεδάκια. Δεν ψάχνουν τσάντες, γιατί σπάνια ερωτεύονται και όπως όλοι οι βλάκες, ποτέ δε νιώθουν ανίσχυροι.

Τρέμουν τις υποχρεώσεις, αλλά τελικά παντρεύονται μια υπομονετικιά, αφού την πρήξαν επί χρόνια τόσο, που δε θέλει πια ούτε να τους χέσει. Κάνουν δύο μόγγολα, γιατί “ένα ίσον κανένα”. Ή τρία, αν τα δύο πρώτα είναι κορίτσια. Και βέβαια, τους αρέσουνε πολύ οι βιζιτούδες, τις οποίες πάντα ρωτάνε μετά το πήδημα: “Πώς ξέπεσες έτσι;”

Όχι, δεν έχουν αρκουδάκι οι μικροαστοί. Μόνο σκουπίδια. Σε τρόφιμα, σε ιδέες, σε τρόπο ζωής, σε πράξεις. Την ξέρω απέξω κι ανακατωτά την Αδελφότητα (…). Τρέμει μην πιαστεί κορόιδο και πάντα πιάνεται. Υπεκφεύγει. Στρεψοδικεί. Αναβάλλει. Υποκρίνεται. Ζητάει τα πάντα και δε δίνει τίποτα. Παριστάνει τη Δίκαιη.

Αρνείται τα τεστ πατρότητας για να γλιτώσει τη Διατροφή και πάντα είναι από κοντά ένας μειλίχιος και τίμιος επαρχιακός δικηγοράκος, πρόθυμος να σπιλώσει την άπορη κακομοίρα.

Ο Μικροαστός δε θέλει μπλεξίματα. Γι’ αυτό δε μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι. Δεν είναι αντιπαθής σαν υπέρμετρος, είναι σιχαμένος σαν πλαγιοδρόμος. Νομίζει πως είναι διπλωμάτης και πως λύνει γόρδιους δεσμούς, στην ουσία όμως ξεμπερδεύει μόνο τον εαυτό του και τρελαίνει όλο τον κόσμο γύρω του.

Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς».

(-Απόσπασμα από το άρθρο Βλέπει τσόντα ο Πρόεδρος; (Περιοδικό 01, 1995))

 

Χριστίνα Γιαβάσογλου

Advertisements