Οι “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι” του Σολωμού είναι ίσως ο δημοφιλέστερος ύμνος στους αγωνιζόμενους Μεσολογγίτες και κατ’επέκταση στον αγωνιζόμενο άνθρωπο, που παρά τις δυσκολίες συνεχίζει να μάχεται και να ελπίζει .

Το έργο φάνηκε να απασχόλησε τον ποιητή καθ’όλη τη διάρκεια της ώριμης ποιητικής του πορείας. Δεν επαναπαύθηκε στο αρχικό του Σχεδίασμα, αλλά ακολούθησαν άλλα δύο σχεδιάσματα του ποιήματος. Καθένα δίνει και μία άλλη διάσταση του αγώνα των Μεσολογγιτών, ενάντια του εχθρού ,αλλά και ενάντια στην ανοιξιάτικη φύση που βάζει κάθε πλάσμα σε πειρασμό. Ωστόσο πάντοτε μέσα από τα ποίηματα αυτά βγαίνει νικητής ο ακέραιος, αποφασισμένος για την ελευθερία άνθρωπος. Μιλώντας ειδικά για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους ο Πολυλάς λέει ότι η ηθική ελευθερία είναι το πιο οχυρό καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής που πολιορκείται από τη φυσική βία.

Τα τρία διαφορετικά σχεδιάσματα έχουν ιδιαίτερο ποιητικό ενδιαφέρον , καθώς μέσα από αυτά παρατηρούμε την εξέλιξη της γραφής και του στοχασμού του Σολωμού. Παρακάτω παραθέτουμε τρία αποσπάσματα του τρίτου και τελευταίου σχεδιάσματος .

ele6

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

(ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ  Γ΄)                                                 6

Έστησ’  ο  Έρωτας  χορό  με  τον  ξανθόν  Απρίλη,

Κι  η  φύσις  ηύρε  την  καλή  και  τη  γλυκιά  της  ώρα,

Και  μες  στη  σκιά  που  φούντωσε  και  κλει  δροσιές  και  μόσχους

Ανάκουστος  κιλαϊδισμός  και  λιποθυμισμένος.

Νερά  καθάρια  και  γλυκά,  νερά  χαριτωμένα,

Χύνονται  μες  την  άβυσσο  τη  μοσχοβολισμένη,

Και  πέρνουνε  το  μόσχο  της,  κι  αφήνουν  τη  δροσιά  τους,

Κι  ούλα  στον  ήλιο  δείχνοντας  τα  πλούτια  της  πηγής  τους,

Τρέχουν  εδώ,  τρέχουν  εκεί,  και  κάνουν  σαν  αηδόνια.

Εξ’  αναβρύζει  κι  η  ζωή  σ’  γη,  σ’  ουρανό  σε  κύμα.

Αλλά  στης  λίμνης  το  νερό,  π’  ακίνητό  ‘ναι  κι  άσπρο,

Ακίνητ’  όπου  κι  αν  ιδείς,  και  κάτασπρ’  ως  τον  πάτο,

Με  μικρόν  ίσκιον  άγνωρον  έπαιξ’  η  πεταλούδα,

Που  ‘χ’  ευωδίσει  τς  ύπνους  της  μέσα  στον  άγριο  κρίνο.

Αλαφροίσκιωτε*  καλέ,  για  πες  απόψε  τι  ‘δες`

Νύχτα  γιομάτη  θαύματα,  νύχτα  σπαρμένη  μάγια!

Χωρίς  ποσώς  γης,  ουρανός  και  θάλασσα  να  πνένε,

Ούδ’  όσο  καν’  η  μέλισσα  κοντά  στο  λουλουδάκι,

Γύρου  σε  κάτι  ατάραχο   π’  ασπρίζει  μες  στη  λίμνη,

Μονάχο  ανακατώθηκε  το  στρογγυλό  φεγγάρι,

Κι  όμορφη  βγαίνει  κορασιά**  ντυμένη  μες  το  φως  του.

ele4

7

Έρμα ‘ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

9

Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,

Κι όσ’ άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

10

Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.

Τ’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι όνειρο αυτή ‘ν’ η ίδια!

Εγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,

Μου ‘πε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:

Κόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,

Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.

 

 

*αλαφροΐσκιωτος: κατά τη λαϊκή πίστη, εκείνος που έχει την ιδιότητα και την ικανότητα να βλέπει τον αόρατο κόσμο των ξωτικών, «ν’ ακούει και να βλέπει όλα τα μυστικά της φύσης».
**
κορασιά :Για την ερμηνεία του οράματος και το συμβολισμό της «φεγγαροντυμένης» διατυπώθηκαν πολλές απόψεις: παρασταίνει την ομορφιά της ζωής και της φύσης, είναι μορφή αντίστοιχη με τις νεράιδες, η αναδυόμενη Αφροδίτη, η θεά Ελευθερία – Ελλάδα κ.ά. Πάντως, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι, όπως προκύπτει από παραλλαγές του στίχου, πρόκειται για θεϊκή μορφή και ότι την ξαναβρίσκουμε στα ποιήματα του Σολωμού Λάμπρος και Κρητικός.

 

Χριστίνα Γιαβάσογλου