Κυριακή

Κύματα Κυριακῆς τὰ μάτια μου
κύματα μοναξιᾶς τὰ χέρια μου
τρίζουν ἀπὸ ὕπνο ἀθῷο
τὰ δόντια μέσα στὴν καρδιά μου

τὸ πεθαμένο τὸ παιδί

δὲν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ἕνα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στὸ μαντίλι

τέρατα περπατοῦν
ἀνάποδα στὰ ὄνειρα
φυσάει ἕνας ἄγριος ἀέρας
πάνω ἀπ᾿ τὶς λεμονάδες
πετάει μιὰ νυχτερίδα
σὰν πικραμένο εὐαγγέλιο

μ᾿ ἕνα μαῦρο πανὶ
μία γυναίκα
σκεπάζει τὸ φεγγάρι

Ἡ φεγγαράδα

Ἀπὸ αἷμα πουλιῶν πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει τὸ φεγγάρι
πότε πίσω ἀπὸ δέντρα
πότε πίσω ἀπὸ θηρία
πότε πίσω ἀπὸ σύννεφα
μὲ θόρυβο ποὺ ξεκουφαίνει τὰ φτερὰ ἀγγέλων
κάτι θέλουν νὰ ποῦν κάτι σημαίνει
εἶναι ἀκόμα καλοκαίρι
ὅμως μιὰ μυρωδιὰ ἀπὸ θειάφι φράζει τὸ χειμώνα
δὲν ἔχει οὔτε καρέκλα νὰ καθίσεις
καὶ οἱ καρέκλες ἔφυγαν στὸν οὐρανό

 

Πηγή: νέκταρ

Advertisements