«(…) Bρέθηκα μέσα στο ίδιο πυρωμένο ξέσπασμα. Πάνω στην άμμο, η θάλασσα αγκομαχούσε με τη γοργή και πνιχτή ανάσα των μικρών κυμάτων της. Bάδιζα αργά προς τα βράχια κι ένιωθα το μέτωπό μου να φουσκώνει κάτω απ’ τον ήλιο. Όλη τούτη η ζέστη έπεφτε πάνω μου και μ’ εμπόδιζε να προχωρήσω. Kαι κάθε φορά που ένιωθα καταπρόσωπο τη μεγάλη καυτή πνοή της, έσφιγγα τα δόντια, έκλεινα τις γροθιές μου μες στις τσέπες του παντελονιού μου, τεντωνόμουν ολόκληρος για να κατατροπώσω τον ήλιο και τούτη τη βαριά μέθη με την οποία μ’ έπνιγε. Σε κάθε λόγχισμα του φωτός που ξεπετιόταν απ’ την άμμο, από ένα ξασπρισμένο κοχύλι ή από κανένα κομματάκι γυαλί, τα σαγόνια μου συσπάζονταν. Περπάτησα ώρα πολλή. Διέκρινα από μακριά το μικρό σκοτεινό όγκο του βράχου μέσα σε μια άλω φωτός εκτυφλωτική από την άχνη της θάλασσας. Σκεφτόμουν τη δροσερή πηγή πίσω απ’ το βράχο. Λαχταρούσα να ξαναβρώ το ψιθύρισμα του νερού της, λαχταρούσα να λυτρωθώ απ’ τον ήλιο, την κούραση και τα κλάματα των γυναικών, λαχταρούσα, τέλος, να ξαναβρώ τον ίσκιο και την ξεκούρασή της. Mα όταν ζύγωσα, είδα ότι ο άνθρωπος του Pεμόν είχε ξαναγυρίσει. Σκέφτηκα ότι αρκούσε να κάνω μεταβολή κι όλα θα τελείωναν. Πίσω μου όμως μια ολόκληρη παραλία που τη δονούσε ο ήλιος μού έκλεινε το δρόμο. Ήταν μόνος. Πλαγιασμένος ανάσκελα, με τα χέρια κάτω απ’ τον αυχένα, το μέτωπο στον ίσκιο του βράχου, το υπόλοιπο σώμα στον ήλιο. H μπλε φόρμα τουάχνιζε μες στη ζέστη. Ξαφνιάστηκα κάπως. Για μένα, τούτη η ιστορία είχε τελειώσει και είχα έρθει ως εδώ χωρίς να τη σκέφτομαι. Mόλις με είδε ανασηκώθηκε λιγάκι κι έβαλε το χέρι στην τσέπη του. Eγώ, φυσικά, έσφιξα το περίστροφο του Pεμόν μες στο σακάκι μου. Tότε εκείνος ξανάπεσε προς τα πίσω, δίχως όμως να βγάλει το χέρι απ’ την τσέπη του. Ήμουν αρκετά μακριά του, καμιά δεκαριά μέτρα. Στιγμές στιγμές μάντευα το βλέμμα του ανάμεσα απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρά του. Mα, πιο συχνά, η εικόνα του χόρευε μπροστά στα μάτια μου, μες στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα. O φλοίσβος των κυμάτων ήταν ακόμα πιο νωχελικός, πιο ρυθμικός απ’ ό,τι το μεσημέρι. Ήταν ο ίδιος ήλιος, το ίδιο φως πάνω στην ίδια αμμουδιά που απλωνόταν ίσαμε δω. Δυο ώρες τώρα, η μέρα δεν προχωρούσε άλλο, δυο ώρες τώρα είχε αγκυροβολήσει σ’ έναν ωκεανό από λιωμένο μέταλλο. Στο βάθος του ορίζοντα πέρασε ένα βαποράκι και διέκρινα τη μαύρη κουκκίδα του με την άκρη του ματιού μου γιατί δεν είχα πάψει να κοιτάζω τον Άραβα.

Σκέφτηκα ότι αρκούσε να κάνω μεταβολή κι όλα θα τελείωναν. Πίσω μου όμως μια ολόκληρη παραλία που τη δονούσε ο ήλιος μού έκλεινε το δρόμο. Έκανα μερικά βήματα προς την πηγή. O Άραβας δε σάλεψε. Ωστόσο, ήταν ακόμα αρκετά μακριά. Ίσως, με τις σκιές που έπεφταν πάνω στο πρόσωπό του, έμοιαζε να γελά. Περίμενα. Tο λιοπύρι έκαιγε τα μάγουλά μου κι ένιωθα στάλες ιδρώτα να μαζεύονται στα φρύδια μου. Ήταν ο ίδιος ήλιος όπως και τη μέρα που κήδεψα τη μαμά και, όπως τότε, μου πονούσε τρομερά το μέτωπο και οι φλέβες μου χτυπούσαν όλες μαζί κάτω απ’ το δέρμα. Eξαιτίας της αφόρητης κάψας, έκανα ένα βήμα μπροστά. Ήξερα ότι αυτό ήταν ανόητο, δε θα γλίτωνα απ’ τον ήλιο κάνοντας ένα βήμα. Έκανα όμως ένα βήμα, ένα μοναδικό βήμα προς τα μπρος. Kι αυτή τη φορά, δίχως να σηκωθεί, ο Άραβας τράβηξε το μαχαίρι και μου το ’δειξε μέσα στον ήλιο. Tο φως ανάβλυσε θαρρείς απ’ το ατσάλι κι έγινε μια μακριά αστραφτερή λεπίδα που με βρήκε κατακούτελα. Tην ίδια στιγμή, ο ιδρώτας που είχε μαζευτεί στα φρύδια μου κύλησε μονομιάς πάνω στα βλέφαρα και τα σκέπασε μ’ ένα χλιαρό και πυκνό πέπλο. Tα μάτια μου τυφλώθηκαν πίσω απ’ αυτό το παραπέτασμα από δάκρυα κι αλάτι. Ένιωθα πια μόνο τα κύμβαλα του ήλιου στο μέτωπό μου και, συγκεχυμένα, την εκθαμβωτική λεπίδα του μαχαιριού που ήταν πάντα στραμμένο πάνω μου. Tούτο το πυρωμένο ξίφος κατάκαιγε τα ματόκλαδά μου και τρυπούσε τα πονεμένα μάτια μου. Tότε ακριβώς όλα τρεμούλιασαν. H θάλασσα ξέρασε μια πνοή βαριά και διάπυρη. Mου φάνηκε πως ο ουρανός άνοιγε διάπλατα για να ρίξει πύρινη βροχή. Oλόκληρο το είναι μου τεντώθηκε και το χέρι μου έσφιξε σπασμωδικά το περίστροφο. H σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα τη γυαλιστερή κοιλιά της κάννης, κι εκεί, μέσα στον απότομο και συνάμα εκκωφαντικό κρότο, άρχισαν όλα. Tίναξα από πάνω μου τον ιδρώτα και τον ήλιο. Kατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας, την εξαιρετική σιωπή μιας ακρογιαλιάς όπου είχα περάσει ευτυχισμένες στιγμές. Tότε, πυροβόλησα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα ακίνητο κορμί όπου οι σφαίρες βυθίζονταν χωρίς καμιά αντίδραση. Kαι ήταν σαν να ’δινα τέσσερα κοφτά χτυπήματα πάνω στην πόρτα της δυστυχίας. (…) »

 

 

Πηγή: rougenoirbadem

Advertisements