Ήσουν μια στάλα πάνω στο ρόδι που σου χάρισα 

μια στάλα που αντίκριζε τον ουρανό στο δειλινό

που χόρευε όλο τον κόσμο, μέσα απ’ το κοντινό της κοίταγμα

και μου’ φερνε πιο κοντά τον ήλιο, σαν επιτέλους να μπορούσα να τον δω·

και σιγά-σιγά γλιστρούσες στην κομψή του καμπυλότητα 

μεσ’ το αυγουστιάτικο αεράκι, 

που χαιδεύει σαν άρπα τις βουνοκορυφές.

Και έτσι όπως έπεφτες τόσο βασανιστικά, 

σκεφτόμουν·

δίχως σύννεφα πώς έφερε βροχή;

Και αν δεν έβρεξε ποτέ 

πώς πίστεψα σε σένα;

Σαν παιδί ποτέ δε μ’ άρεσε η βροχή. 

Advertisements