«Καληνύχτα…
Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Με κούρασε κι αυτός ο γάμος «στις οκτώ»,
ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν-
κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε
μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.

Κι ύστερα όλα αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα
μεγάλωσαν την κούραση.
Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,
κάτι σαν φθινοπωρινός
και λίγο σαν χαμένος.
Μπορεί να φταίξανε
οι νέες και οι έφηβοι.
Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος
περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,
και με κούρασαν.

Αλλά και αυτά των κυριών τ’ άρρωστα μάτια –
τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά
όταν θέλουν να δουν τι είναι πίσω από άλλα μάτια.
Είδα να ΄χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας
που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες-
καιροί αλιείς.



Αδιέξοδες κυρίες…
Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.
Εκείνο το εις σάρκαν μίαν
ακόμη δεν μου επέστρεψε τη σκέψη-
κορίτσι ακόμη η σκέψη, ταξιδεύει
μ΄ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
Αλλού εγώ και αλλού η σκέψη,
μεγάλη πάντα κούραση.
Με κούρασε πολύ αυτό το «πάντα».
Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις , θαρρώ
«βαθεία αύλαξ» λέει.
Ναι. Βαθεία αύλαξ από τη συλλογή

Καληνύχτα.
Πικρίζει ο Λυκαβηττός μέσα στο βλέμμα.
Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,
κι αυτά τα δέντρα που βαδίζουν μόνα τους
κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.

Καληνύχτα.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι
που δεν φτάνω.»

 

Περιέχεται στη συλλογή «Το λίγο του Κόσμου», ( Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, 1972).

Advertisements