ΤΑΞΙΔΕΨΑΜΕ ΜΟΝΑΧΟΙ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ

Ταξιδέψαμε μονάχοι όλη νύχτα
στη σκοτεινή την άμαξα,
πλάι πλάι ησυχάσαμε κι οι δυο,
αστειευθήκαμε και γελάσαμε.

Και καθώς το πρωί ξημερώνει,
παιδί μου, πόσο εκπλαγήκαμε!
Τι μεταξύ μας καθόταν ο Έρωτας,
ο λαθρεπιβάτης!

Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Νεκρή είναι στο στήθος μου
κάθε του κόσμου φιλάρεσκη χαρά,
κι έχει πεθάνει μέσα μου
το μίσος του κακού, όπως κι η σκέψη
για τη δική μου και των άλλων τη θλίψη –
και μέσα μου μόνο πια ο θάνατος ζη.

Πέφτει η αυλαία, το έργο τέλειωσε,
και με χασμουρητό πορεύεται στο σπίτι τώρα
το αγαπητό μου γερμανικό κοινό,
κουτοί δεν είναι οι καλοί μου άνθρωποι.
Τώρα, τη νύχτα, ολόχαροι τρώνε
και πίνουν το κατοσταράκι τους,
τραγουδούν και γελούν – δίκιο είχε
ο αρχοντικός ο ήρωας,
που μίλησε παλιά στο έργο του Ομήρου:
Ο ελάχιστος ζωντανός Φιλισταίος στη «Στουκάρτη» του Νέκαρ
πολύ πιο ευτυχισμένος νιώθει από μένα, τον Πηλείδη,
βασιλιά των σκιών στον Κάτω Κόσμο.

ΠΟΥ;

Πού θα ’ναι ο τόπος της τελικής μου
απ’ τις περιπλανήσεις της ανάπαυσης;
Κάτω από φοίνικες στο Νότο;
Δίπλα στο Ρήνο οι φλαμουριές;

Θα ’ναι εκεί που σε μιαν έρημο
ξένο θα με σκεπάσει χέρι;
Ή στην ακτή μιας θάλασσας
θ’ αναπαυθώ την άμμο;

Όπως και να ’ναι, κι εκεί κι εδώ
του Θεού θα μ’ αγκαλιάζει ο ουρανός,
και, σαν καντήλια νεκρικά, θα κρέμονται
ολονυχτίς επάνω μου τ’ αστέρια.

Μετάφραση: Αντώνης Η. Σακελλαρίου

ΠΗΓΗ : frear

Advertisements