Σκαλίζω μέσα μου δυο λόγια για να βρω και για το τέλος
Δυο ανάσες. Έναν ψίθυρο.
Μια προσευχή μέσα στη νύχτα σ’όποιο όνομα προφέρεις.
Δεν βρίσκω.

Σοριάζομαι κάτω στα κρύα πλακάκια.
Ψύχος διαπερνά το σώμα μου σαν ηλεκτροσόκ
-Για λίγο –
Ανασαίνω την σκόνη από τις θρυμματισμένες μου ελπίδες
για λίγο
σαν να ήσαν ψίχουλα ψωμιού
Μην φοβάσαι – έστω και για λίγο
μου’χουν μείνει εξάλλου κάποια όνειρα
και για σένα

Επειδή να,
έτσι πεσμένος στο πάτωμα,
απλώνω τα χέρια μου – σαν αγκαλιά
κι αγκαλιάζω όλη τη γη
όλα τ’αστέρια
όλες τις λέξεις.
Κρατώ αγκαλιά όλα τα ζώα
ακόμα και τα φίδια που με τρομάζουν.
Σήμερα δεν τα φοβάμαι
επειδή αγκαλιά κρατώ και όλους τους ανθρώπους.
Χωρίς να μιλάμε.

Μην κοιτάς στον ουρανό δεν θα βρεις παράδεισο εκεί, τον έχω ψάξει.
Κοίτα τα χέρια σου. Κοίτα τα χέρια σου.
Κοίτα εμένα που έχω αδειάσει μια θάλασσα στα πόδια σου
Κοίτα τα χέρια σου. Τα χέρια
μπορούν να ζεστάνουν έναν άνθρωπο
μπορούν να τον σώσουν,
να τον χαϊδέψουν, να τον ταΐσουν,
να τον σκοτώσουν.

Δεν έχω άλλες λέξεις μόνο σιωπές
Κοίτα τα χέρια σου
κι αγκάλιασέ με αν το θες.

Δεν θα μιλήσω

Advertisements