(…) Για μένα ο Άγιος Φραγκίσκος είναι το πρότυπο του στρατευόμενου ανθρώπου, που με ακατάπαυστο σκληρότατον αγώνα κατορθώνει κι επιτελεί το ανώτατο χρέος του ανθρώπου, ανώτερο κι από την ηθική κι από την αλήθεια κι από την ωραιότητα: να μετουσιώνει την ύλη που του εμπιστεύθηκε ο Θεός και να την κάνει πνέμα. (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

 

Ι

Εγώ ο ανάξιος που παίρνω σήμερα το φτερό να γράψω το βίο και την πολιτεία σου, πάτερ Φραγκίσκο, ήμουν, θυμάσαι, όταν με πρωτογνώρισες, ένας ταπεινός ζητιάνος, ασκημομούρης, γεμάτο τρίχες το πρόσωπο μου και το κεφάλι μου, ως το σβέρκο, ως τα φρύδια, όλο μαλλί, το μάτι μου φοβισμένο κι αγαθό, τσεύδιζα, μπεμπέριζα σαν αρνί· και συ με ονομάτισες, για να κοροϊδέψεις την ασκήμια μου και την ταπεινοσύνη, φράτε Λεόνε, λιοντάρι. Μα όταν σου ξεστόρησα τη ζωή μου, σε πήραν τα κλάματα, με άρπαξες στην αγκαλιά σου, με φίλησες και μου ‘πες: «Συχώρεσε με, φράτε Λεόνε, σε ονομάτισα λιοντάρι για να σε κοροϊδέψω, μα τώρα το βλέπω, είσαι αληθινό λιοντάρι, γιατί αυτό που κυνηγάς, ένα λιοντάρι μονάχα τολμάει να το κυνηγήσει.»

Πήγαινα από μοναστήρι σε μοναστήρι, από χωριό σε χωριό, από ερημιά σε ερημιά και ζητούσα το Θεό· δεν παντρεύτηκα, δεν έκαμα παιδιά, γιατί ζητούσα το Θεό· κρατούσα μια φέτα ψωμί στο χέρι μου και μια φούχτα ελιές, πεινούσα και ξεχνούσα να φάω, γιατί ζητούσα το Θεό.

Μάλλιασε η γλώσσα μου να ρωτάει, πρήστηκαν τα πόδια μου να περπατώ, βαριέστησα να χτυπώ πόρτες και ν’ απλώνω το χέρι: να ζητιανεύω στην αρχή το ψωμί, κι ύστερα ένα λόγο καλό, κι ύστερα τη σωτηρία. Όλοι γελούσαν, μ’ έκραζαν αλαφροΐσκιωτο, μ’ έδιωχναν, μ’ έσπρωχναν, είχα φτάσει πια στον γκρεμό, άρχισα να βλαστημώ, κουράστηκα… Άνθρωπος είμαι, μαθές, κουράστηκα να περπατώ, να πεινώ, να κρυώνω, να χτυπώ τον ουρανό και να μη μου ανοίγει. Και τότε, στην άκρα απελπισία, μνα νύχτα, με πήρε ο Θεός από το χέρι, σε πήρε και σένα ο Θεός από το χέρι, πάτερ Φραγκίσκο, και σμίξαμε.

Και τώρα κάθουμαι, βλέπω από το παραθυράκι του κελιού μου τ’ ανοιξιάτικα σύννεφα, και κάτω, στο περιαύλι του μοναστηρίου, προσχαμήλωσε ο ουρανός, ψιλοβρέχει, μυρίζει η γης· οι λεμονιές στα περιβόλια άνθισαν, μακριά ένας κούκος λάλησε· γελούν όλα τα φύλλα, γίνηκε ο Θεός βροχή και βρέχει στον κόσμο. Τι γλύκα είναι ετούτη, Θεέ μου, τι ευτυχία! Πώς συνταιριάζουν και γίνουνται ένα η γης, η βροχή κι η μυρωδιά της κοπριάς και της λεμονιάς με την καρδιά του ανθρώπου! Αλήθεια, χώμα ο άνθρωπος, γι’ αυτό και τόσο χαίρεται, σαν το χώμα, την ήσυχη χαϊδευτικιά βροχούλα την άνοιξη. Βρέχεται η καρδιά μου, ραγίζει, πετάει φύτρο και προβαίνεις, πάτερ Φραγκίσκο.

Πάτερ Φραγκίσκο, όλα τα μέσα μου χώματα άνθισαν, ανεβαίνουν οι θύμησες, γυρίζει πίσω τον τροχό του ο καιρός, και να τις, ανασταίνουνται οι άγιες ώρες που οδοιπορούσαμε μαζί απάνω στη φλούδα της γης, εσύ μπροστά κι εγώ πατώντας με τρόμο τ’ αχνάρια σου. Θυμάσαι που πρωτοσμίξαμε; Νύχτα ήταν, μεγάλο αυγουστιάτικο φεγγάρι, πεινούσα κι έμπαινα τρεκλίζοντας στην ξακουσμένη Ασίζη.

Πολλές φορές, δοξάζω το Θεό, την είχα χαρεί την αρχόντισσα πολιτεία· μα απόψε ήταν άλλο πράμα η Ασίζη, αγνώριστη· τι ήταν το θάμα ετούτο, πού βρίσκουμουν; Τα σπίτια, οι εκκλησιές, οι πύργοι, το κάστρο έπλεχαν σ’ ένα κάτασπρο πέλαγο, κάτω από ένα μενεξεδένιον ουρανό, ανάερα. Την ώρα που έμπαινα, δειλινό, από την καινούρια καστρόπορτα του Άι-Πέτρου, το φεγγάρι καταστρόγγυλο, κατακόκκινο, πραγό σαν ήλιος αγαθός, ανάτελνε και χύνουνταν καταρράχτης γαληνός από το κάστρο αψηλά, από τη Ρόκα, στις στέγες των σπιτιών και στα καμπαναριά, πλημμύριζε τα στενορύμια κι έτρεχαν σα ρυάκια, ξεχείλιζε τους λάκκους με γάλα, και τα πρόσωπα των ανθρώπων έλαμπαν, σα να συλλογίζουνταν το Θεό. Στάθηκα συνεπαρμένος· ετούτη είναι η Ασίζη, έλεγα κι έκανα το σταυρό μου, σπίτια είναι ετούτα κι άνθρωποι και καμπαναριά, για μπας και μπήκα ζωντανός στην Παράδεισο; Άπλωσα τα χέρια μου και γέμισαν οι φούχτες μου φεγγάρι· ένα φεγγάρι πηχτό, γλυκό, σα μέλι· ένιωσα στα χείλια μου, στα μελίγγια μου, να τρέχει η χάρη του Θεού. Και τότε κατάλαβα· έσυρα φωνή· κάποιος άγιος θα πέρασε από δω χωρίς άλλο· νιώθω τη μυρωδιά του στον αέρα!

Τσαλαβουτούσα στο φεγγάρι, ανέβαινα τα στριφτά δρομάκια, έφτασα στην πλατεία του Άι-Γιώργη· κόσμος πολύς, Σαββατόβραδο απόψε, φωνές βραχνές, τραγούδια, μαντολίνα, μεθυστικιά μυρωδιά από ψάρια που τηγάνιζαν, από σουβλάκια στη θράκα κι από τριαντάφυλλο και γιασεμί- η πείνα μου θέριεψε· ζύγωσα μιαν παρέα.

— Ε χριστιανοί, ποιος εδώ, στην ξακουσμένη Ασίζη, μπορεί να μου κάμει ελεημοσύνη; Να φάω, να κοιμηθώ, και το πρωί να φύγω;

Με κοίταξαν από κορφής ως τα πόδια, γέλασαν.

— Ποιος είσαι, ομορφονιέ; μου αποκρίθηκαν χαχαρίζοντας· για ζύγωσε να σε καμαρώσουμε.

— Μπορεί και να ‘μαι ο Χριστός, αποκρίθηκα για να τους τρομάξω- έτσι παρουσιάζεται καμιά φορά στον κόσμο, σα ζητιάνος.

— Το καλό που σου θέλω, κακομοίρη μου, είπε ένας, μην το ξαναπείς- μη μας χαλνάς το γλέντι· άιντε, τράβα, μη σηκωθούμε, όλοι εμείς εδώ, να σε σταυρώσουμε.

Γέλασαν πάλι· ένας τότε, ο πιο νιούτσικος, με λυπήθηκε.

— Ο Φραγκίσκος του Πέτρου Μπερναρντόνε, ο Τρυποχέρης, αυτός θα σ’ ελεήσει· τυχερός είσαι· · χτες γύρισε, σα βρεμένη γάτα, από το Σπολέτο· σύρε να τον βρεις.

Κι ένας μαντράχαλος πετάχτηκε τότε, ποντικομούρης, κιτρινιάρης, τον έλεγαν Σαμπατίνο· σμίξαμε, ύστερα από λίγα χρόνια, όταν έγινε κι αυτός μαθητής του Φραγκίσκου κι οδεύαμε μαζί τις στράτες του κόσμου ξυπόλυτοι- απόψε, γρικώντας τ’ όνομα του Φραγκίσκου, χιχίρισε με κάκητα:

— Πήγε, λέει, με χρυσήν άρματα και φτερά στο Σπολέτο να πολεμήσει, ν’ αντραγαθήσει, να τον χειροτονήσουν ιππότη, κι ύστερα να γυρίσει εδώ να μας κάνει τον κόκορα· μα ξέρει ο Θεός τι κάνει· του ‘δωκε μιαν κατακέφαλα και γύρισε πίσω σα μαδημένο πετεινάρι.

Πετάχτηκε απάνω, χτύπησε τα παλαμάκια.

— Του βγάλαμε και τραγούδι, είπε χαχαρίζοντας, ομπρός, παιδιά, όλοι μαζί!

Κι ολομεμιάς άρχισαν όλοι, ξελαρυγγισμένοι, να τραγουδούν και να κρουν τα παλαμάκια:

Πήγε στο Σπολέτο, αλί!

Πήγε στο Σπολέτο για μαλλί

και βγήκε κουρεμένος!

Κοίταζα τους μεζέδες και το κρασί, μου ‘ρθε λιγοθυμνά, ακούμπησα στον παραστάτη της πόρτας.

— Και πού είναι ο Φραγκίσκος αυτός, ο Τρυποχέρης, ο Θεός να τον έχει καλά, είπα ξεπνεμένος, πού ‘ναι, να πέσω στα πόδια του;

— Τράβα στην απάνω γειτονιά, μοβ ορμήνεψε ο νιούτσικος, κάτω από ένα παραθύρι θα τον βρεις, να τραγουδάει στην κυρά του.

Πήρα δρόμο· ανεβοκατέβαινα τα στενά σοκάκια, η πείνα με θέριζε· έβλεπα τον καπνό από τις καμινάδες, μαγέρευαν οι γνωστικοί άνθρωποι, οσμίζουμουν τις μυρωδιές· τα σωθικά μου είχαν κρεμαστεί σα σταφύλια φαγωμένα από τα πουλιά και τα ποντίκια. Δε βάσταξα πια, άρχισα να βλαστημώ: «’Ε και να μη ζητούσα το Θεό, μουρμούριζα αγριεμένος, ε και να μη ζητούσα το Θεό, τι χουζούρι, τι ευτυχία! Θα ‘τρωγα μεγάλες φέτες άσπρο ψωμί και γουρουνάκι του φούρνου, που μοϋ αρέσει, η λαγό να πλέει στο λάδι, με κρομμυδάκια, με δάφνη και κύμινο-και θα κατέβαζα, να δροσερέψει το άντερο μου, ένα σταμνί μαύρο κρασί της Ούμπριας. Κι ύστερα θα πήγαινα σε καμιά χήρα να με ζεστάνει· έχω ακουστά, δεν υπάρχει πιο γλυκιά ζεστασιά από της χήρας· τι ‘ναι το μαγκάλι μπροστά της; Μα τι να σου κάμω, που ζητώ το Θεό!»

 

ΠΗΓΗ : ΠΟ.Θ.Ε.Γ