Πνίγομαι καθώς κοιμάμαι κι όταν ξυπνάω, σαν να ρωτάω «κι οι πνιγμένοι; Σώζονται στους εφιάλτες τους;»

Στους δρόμους που βαδίζω σκιές στους τοίχους τρέχουν, πρόσωπα γνωρίζω που ονόματα δεν έχουν. Βλέμματα ζεστά με δίχως χρώματα. Στα παπούτσια χώματα ενός κατεδαφισμένου ονείρου.

Έλειπα καιρό και χάνομαι στην πόλη. Σπίτια αλλάξαν γειτονιές και άνθρωποι πετρώσανε στο κύμα.

Πήγαινέ με όταν ήμουνα παιδί, και κράτα με εκεί μην μεγαλώσω.

Κριστιάν Νίρκα