Η υποδοχή της νέας χιλιετίας στην αυγή του 2000 με βρήκε στο μαύρο δερμάτινο καναπέ μου σχεδόν αγκαλιά με το τζάκι. Είχε καθιερωθεί ως προσωπικό μου τελετουργικό να απολαμβάνω νωχελικά  ένα πούρο στον καναπέ αυτό κάθε φορά  αφότου κάναμε έρωτα με τη γυναίκα μου. Επιπλέον , το συγκεκριμένο πούρο, Αβάνας,  είχε και συναισθηματική αξία καθώς το είχα αγοράσει πριν τέσσερα χρόνια αποκλειστικά για αυτή τη ξεχωριστή περίπτωση της χιλιετίας . “ Θα κοιμηθείς στο κρεβάτι Άρη ή να σου στρώσω στον καναπέ; “ “Θα έρθω μέσα αργότερα γλυκιά μου” .


Το να είσαι βετεράνος πολέμου στην Ελλάδα , είναι να σαν να πουλάς χοιρινά σουβλάκια στην Ινδονησία. Δεν σε ξέρει κανείς , αλλά ούτε απασχολεί και κανέναν η ύπαρξή σου. Μα πόσο μαλάκας ήμουν που πίστευα πως θα επέστρεφα και θα με υποδέχονταν μετά
βαϊων και κλάδων οι συμπατριώτες μου ; Για έναν πόλεμο στο Βιετνάμ , που όχι μόνο τα τρία τέταρτα των συμπολιτών μου δεν ξέρουν καν που πέφτει στο χάρτη, μα και κανένα από τα 2 στρατόπεδα γνώριζαν με πλήρη διαύγεια γιατί επακριβώς είχαν ριχτεί στη μάχη τόσα χρόνια. Δεν έχουν περάσει πάνω από 30 χρόνια από την ημέρα που γύρισα από την Ασία και το μοναδικό παράσημο που αποκόμισα είναι η σοβαρή και ενοχλητική κουτσαμάρα στο δεξί μου πόδι που με στοιχειώνει περισσότερο από τους εφιάλτες που βλέπω πολλάκις. Οι εικόνες από τις πυκνές ζούγκλες , οι όλμοι που χαζεύαμε σαν πεφταστέρια την ημέρα. Οι φρικαλεότητες σε αμάχους , γυναίκες και παιδιά βρικολακιάζουν τις νύχτες , με φιλούν στο μέτωπο και φροντίζουν να έχω ένα απαίσιο βράδυ. Μα αυτή η μαλακία στο πόδι έγινε τελικά το σκουλίκι που τρώει τα αποφάγια της γαλήνης μου.


   Η γυναίκα μου  η Αρετή, 15 χρόνια νεότερή μου, είναι και ήταν να τη πιείς στο ποτήρι. Τη γνώρισα όσο εκείνη ήταν φοιτήτρια στο τμήμα Δημοσιογραφίας και σύχναζε στα γνωστά κοκτειλάδικα του κέντρου της πόλης. Έχοντας εξασφαλίσει επαρκή ποσότητα χρημάτων από κάτι χωράφια από τη προίκα της μητέρας μου, το να εργάζομαι δεν ήταν στις προτεραιότητες μου. Τα χρόνια εκείνα, της “Αλλαγής”  , μπορούσα και ρουφούσα χρήματα από πολλές πηγές , όπως ο Ιππόδρομος , και έτσι συνδύαζα το χόμπι μου με τη κάλυψη των προς το ζήν. Και τις νύχτες μου είχα τη φαεινή ιδέα για χρόνια να τις σπαταλάω σε πολύχρωμα κοκτέιλ με φαντεζί στολισμούς καθισμένος στη μπάρα των μαγαζιών. Από το σημείο εκείνο λίγες γυναίκες θα καταλάβαιναν πως είμαι χωλός και δεν θα με λυπούνταν κατά την έξοδο από το μαγαζί. Κάποια στιγμή την είδα ότι άφησε τις φίλες της και ήρθε να παραγγείλει ποτό προς το μέρος που ήμουν καθισμένος.  “Να παίρνεις πάντα το πρώτο στο κατάλογο. Αποδεσμεύει από εμμονικές σκέψεις και δείχνει σιγουριά” της ψυθίρισα στο αυτί. “ Περισσότερη σιγουριά από τη δική σου ότι σήμερα θα με ρίξεις ;” “ Περίπου ίση” . Με έπαιζε μα απολαμβάναμε αμφότεροι το παιχνίδι.  Όταν όλες της οι φίλες νύσταξαν και έφυγαν , βρήκα ευκαιρία και της προσέφερα να πάρουμε ένα ταξί ως το σπίτι μου στους πρόποδες του Υμηττού. Χρησιμοποίησα ως δέλεαρ τη κάβα με τα συλλεκτικά μου Ουίσκι που μάζευα τόσο καιρό.


   Ήταν ο τύπος της γυναίκας που πάντα με ενθουσίαζε. Τα βαθυπράσινα μάτια της με τη λάμψη που είχαν , ακόνιζαν ακόμα περισσότερο της μυτερές γωνίες στο πρόσωπό της. Πνευματώδης , με μια ατόφια γνησιότητα , έβλεπα κρυμμένη στο ένα της μάτι την αναζήτηση και στο άλλο στη πληρότητα.  Ένας κώλος όλο σφρίγος , και το στήθος της αναρωτιόμουν καθώς της ξεκούμπωνα το σουτιέν αν  το δανείστηκε από την Αφροδίτη της Μήλου. Κατέληξα να παλινδρομώ μέσα σε μια γυναίκα που δεν άντεχα να κοιτάξω κατάματα . Και πως παλινδρομούσα ; Ήμουν μια κωμική φιγούρα στο κρεβάτι.  Με το μόνιμο πρόβλημα σε όλο το μήκος του δεξιού ποδιού που με φιλοδώρησε ο πόλεμος , δεν καταφέρνω καλά καλά ούτε στα γόνατα να κάτσω. Προτιμώ για να μην σκοντάφτω στο κρεβάτι και να με παίρνει το βάρος μου , να είμαι συνεχώς από κάτω. Το υπόλοιπο παρουσιαστικό μου ουδόλως με ενοχλούσε πάντως. Με τη καράφλα μου είχα συμφιλιωθεί από νεαρή ηλικία και δεν είχα θέμα, διότι κάπως ενίσχυε το μαυριδερό μου δέρμα. Και τη κοιλιά που ξεχείλωνε τα παντελόνια μου τη θεωρούσα γοητεία. Μα φανταστείτε πόσο ευάλωτοι θα νιώθατε και οι ίδιοι  αν ναυαγούσατε στην Ωγυγία και δεν ξέρατε γιατί σας προσκυνάει η Καλυψώ με τόση ένταση. 


  Πάντως, είχα αποφασίσει πως θα γινόταν η συμβία μου και ας μην ήξερα πως να εξαργυρώσω το λαχείο που είχα κερδίσει. Και εκείνη όμως, κυρία κανονική. Τα πρώτα χρόνια έκανε τη στρουθοκάμηλο και ας μην την ικανοποιούσα σεξουαλικά, και ας ενσάρκωνα τη φράση “τι του βρήκε του μαλάκα”. Ολοκλήρωσε τις σπουδές δημοσιογραφίας της με πρωτοφανή επιτυχία και έβαλε πλώρη να γίνει η πιο πολυσυζητημένη ρεπόρτερ στο χαζόκουτο της τηλεόρασης. Πατούσε με το ένα πόδι στον ουρανό , μα είχε το άλλο γαντζωμένο στη γη. “ Δε θα ζηλεύεις όταν με βλέπεις μεταξύ τόσων ανδρών στα πάνελ , να γίνεται το όνομα μου καθημερινή ρουτίνα στα χείλη τους ; “ Εσύ θα ζηλεύεις εμένα που θα κρεπαλιάζω στο καναπέ και θα σε καμαρώνω;” . Με πείραζε ολοένα και περισσότερο. Καβαλούσα ένα άλογο χωρίς σαμάρι , και δεν με ένοιαζε που θα με πάει διότι δεν είχα ποτέ μου συγκεκριμένο προορισμό ως τώρα. Γιαυτό και άντεχα στην αρχή να με ενοχλεί ελαφρώς  η σκληρή του πλάτη. 


   Αν είχα χτίσει κάποιο προτέρημα με τα χρόνια , αυτό ήταν το αφοπλιστικό χιούμορ ενδεδυμένο με μπόλικη αναλγησία. Κατάφερνα καλά να κρατάω κλειδωμένες  τις ανασφάλειες στα έγκατα του χαρακτήρα μου και εξέπεμπα μια γοητευτική αύρα καθώς ήμουν πάντα ήρεμος και είχα χτίσει μηχανισμούς κατανόησης της γυναικείας συμπεριφοράς. Αλλά μάλλον μαζεύτηκαν πολλές και αδυνατούσα να τις τιθασσεύσω όσο μεγάλωνα. Είχα βιώσει τη κρίση μέσης ηλικίας νωρίτερα από την ώρα μου , ευθύς μετά τον πόλεμο , κάπου στα 30 . Μα όσο πέφτει με γεωμετρική πρόοδο το προγούλι και το πουλί μου και δεν τα ελέγχω όπως κάποτε , άλλο τόσο νιώθω να με κλαίνε ακόμα και οι ρέγγες.  Παράλληλα , η  Αρετή κάλπαζε προς την πανελλαδική επιτυχία . Την καλούσαν σε πάνελ , συνέδρια , ομιλίες σε σχολεία. Το πρόσωπό της φωτοβολούσε ευτυχία και εγώ προσπαθούσα να συγκρατήσω το προγούλι μου από το να σπάει το τελευταίο κουμπί των πουκάμισων. Μέσα σε ένα μόλις έτος πρέπει να γύρισε κάθε μήκος και πλάτος της Ελλάδας . Τα κατάπινα όλα αυτά , καθώς είχα μάθει στο μεταξύ να είμαι τίμια λαίμαργος με το φαγητό.


   Όμως σαν μαχαίρι μπηγμένο στα συκώτια μου υποδέχτηκα την είδηση πως είχε επίσημη πρόταση για εργασία στην Αμερική . Θα έκανε πολιτικό ρεπορτάζ για τη πολυτάραχη πολιτική σκηνή σε ένα από τα μεγαλύτερα κανάλια της χώρας. Διεθνή καριέρα , κανονικότατα. Ποιος ήμουν εγώ o μπούλης να της πυροβολήσω τα φτερά  , κιας είχαν γίνει τα όπλα η προέκταση του χεριού μου επί τόσα χρόνια ; “ Ξέρεις πόσο σε λατρεύω. Και ότι δεν θα ήθελα ποτέ να σταθώ ανάχωμα στο λαμπρό μέλλον που σε περιμένει. Μα θα χρειαστώ κάτι από σένα. Θα μου αφιερώσεις μια μέρα ολόκληρη πριν πετάξεις για Αμερική. Δεν θέλω  ακριβά εστιατόρια και μαλακίες. Αλλά θα πηδιόμαστε όλη μέρα. Μέχρι η σάρκα μου να γίνει δική σου και ο ιδρώτας σου να γίνει δικός μου.” Έτσι και έγινε. Αψήφησα κάθε μειονεξία μου για να τη ρουφήξω για μια τελευταία φορά. Χειμώνας ήταν έξω μα εντός της καλοκαίρι. Την ξεζούμισα με την ίδια μανία που χαλάει τα τελευταία χρήματα από το λαχείο εκείνος που το κερδίζει. Αργά το βράδυ, έφτασε η ώρα για πούρο...


     Το επόμενο πρωί τη συνόδευσα στο αεροδρόμιο με μια επιφύλαξη καθώς δεν έβλεπα με καλό μάτι οτιδήποτε αεροπλανοφόρο πλέον, αφού ξυπνούσαν αλγεινές μνήμες. Μα όταν τη χαιρέτησα ένιωσα περίεργα. Όπως θα ένιωθε κάποιος που βρήκε την ομορφότερη πεταλούδα και την άφηνε από το χέρι του. Ήμουν γαλήνιος , ανακουφισμένος, τουλάχιστον εως ότου να φανταστώ να της βγάζουνε το βρακί άλλοι τύποι εκτός από εμένα. Στο σενάριο αυτό , ας ήταν κανας νεαρός γυμνασμένος που θα μπορούσε να ισοφαρίσει την τελειότητα της γυναίκας αυτής. 


    Δε καταλαβαίνω γιατί πολλοί βδελύσσονται ή αγχώνονται με την εργένικη ζωή. Όταν έχεις βγεί από μια μακροχρόνια σχέση και είσαι στην ηλικία μου , βλέπεις το σπίτι με άλλο μάτι. Μαγείρευα τα πιο εκλεκτά και γευστικά εδέσματα που είχα φάει ποτέ μου , φρόντιζα στοργικά σαν κατοικίδιο τη κάβα μου,  ανακάλυψα τη καινούρια συσκευή Play-Station. Ήρωα ποτέ δε με βαφτίσανε ούτε επιθυμούσα εν τέλει να αυτοανακηρυχθώ. Μου αρκούσε η ηρεμία της καθημερινότητας και η μοναξιά για να νιώθω πλήρης. Φυσικά έπρεπε με κάποιο τρόπο να εκτονώνω την ορμέμφυτη χαρά μου. Για αρκετό καιρό φλέρταρα με τη γειτόνισσα μου , τη Κάτια, με την οποία πρέπει να είχαμε την ίδια ηλικία. Παντρεμένη με γνωστό γιατρό της περιοχής , εκείνος έλειπε όλη μέρα και ασκούσε το λειτούργημά του σώζοντας ανθρώπους. Υπερωρίες, μα, μου. Μα εκείνη η γυναίκα , απίστευτα δύσμορφη και στρουμπουλή , είχε μια δαιδαλώδη σεξουαλικότητα. Όσο τον αγαπούσε , άλλο τόσο ένιωθε πως συμβιβαζόταν σε κάτι που της άφηνε πικρή επίγευση. Πως ο γιατρός της ποτέ δεν έσωσε εκείνη και τα όνειρα της.


   Χυμούσα στο κρεβάτι της όταν εκείνος έλειπε, σαν ένας συνεπής τρυποκάρυδος που φωλιάζει στο κορμό ενός δέντρου. Ήμασταν- εν πολλοίς-ομοιοπαθείς , γιαυτό και συννενοούμασταν με κλειστά μάτια. Είχα καιρό να κάνω σεξ χωρίς να προσπαθώ μανιωδώς – και αρρωστημένα- να ικανοποιήσω τη σύντροφο μου. Ήταν το ένοχο μυστικό μας. Μα δεν είχα να χάσω και κάτι εκτός από να κοκκινίσω από τις καρπαζιές αν ποτέ μας πιάνανε στα κρυφά. 


   Αυτό το απόγευμα του Νοέμβρη ήταν κάπως διαφορετικό. Δεν είχα καθόλου διάθεση. Καθόμασταν στο σαλόνι της Κάτιας και ίδρωνα παραπάνω από όσο συνήθιζα. Μα δεν ήθελα να μην εξαργυρώσω την είσοδό μου εκεί και έκανα σαν να μη συνέβη τίποτα. “Είσαι καλά Άρη;” “Ναι μωρέ κάτι σκεφτόμουν και αφαιρέθηκα , μην αγχώνεσαι” . Έβγαλα τα ρούχα μου ο ίδιος καθώς διέκρινα την αμηχανία εκείνης. Μα ζαλιζόμουν μόνο και στη προσπάθεια. ‘Επεσα τέζα στο χαλί του σαλονιού.


    Πάσχιζα να ανοίξω τα μάτια μου μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα. Είχαν περάσει 6 ώρες . Σιγά σιγά πάλευα να διακρίνω τις ανθρώπινες φιγούρες που βρίσκονταν από πάνω μου κάτω από το εκτυφλωτικό φως. Δεν μπορεί! Ήταν ο άντρας της, με την Κάτια δίπλα. Προσπαθούσα με τα ελάχιστα αποθέματα ζωής που είχα , να διαλέξω αν ήταν χειρότερο σενάριο το καρδιακό επεισόδειο ή η εικόνα που αντίκρυσα. “ Άρη! Άρη! Σε είδα να σωριάζεσαι στην αυλή σου και κάλεσα αμέσως το ασθενοφόρο! Πως νιώθεις; Είσαι καλύτερα ;” Πλην των άλλων προτερημάτων της , ήξερε επίσης  να προσποιείται. Σε ποιόν όμως προσποιούταν ; Σε εμένα ή εκείνον ; Ήμουν σίγουρος πως του τα είχε ξεράσει όλα μες τον πανικό της πριν αλέκτωρ φωνήσαι τρις. Μα τι νόημα είχε πλέον. Με σήκωσε το κύμα και με έριξε στο κρεβάτι του πόνου , και τη γλύτωσα και από εδώ  μιας και ο γιατρός δεν θα μπορεί να μου ρίξει καμιά σφαλιάρα. Τουλάχιστον όχι όσο είμαι ζωντανός. Με έπιασαν τα γέλια σκεπτόμενος πως η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ενοχλητικό σκυλί που γαβγίζει , σε κατουράει και μετά γελά. Ήταν το τελευταίο μου γέλιο. Η καρδιά μου με πρόδωσε.


   Αν κοιτούσα τη ζωή μου στο σινεμά , το μόνο πράγμα που τελικά θα με έθλιβε είναι πως ήμουν στο ίδιο μέρος με την Αρετή , αλλά όχι τη κατάλληλη στιγμή και με εκ διαμέτρου αντίθετους σκοπούς . Όσο εγώ μετρούσα στο νοσοκομείο τις ανάσες μου στο κρεβάτι του πόνου , εκείνη κοιλοπονούσε το πρώτο της παιδί. Είχαν περάσει -με την ακρίβεια ημερολογίου-9 μήνες. Η τελευταία νύχτα πάθους μας καρποφόρησε ένα πανέμορφο βλαστάρι. Δεν πρόλαβα ποτέ να το μάθω , δεν κατάλαβα ποτέ τον λόγο που μου κράτησε κρυφή τη γέννα και δυστυχώς και δεν πρόλαβα καν να δω το δικό μου παιδί…


    “Τώρα που έχετε ενηλικιωθεί , μπορώ να σας μιλάω ελεύθερα. Αυτός ήταν αδρομερώς ο ταραγμένος βίος του παππού σας. Αν ζούσε , κάπως έτσι θα τον αφηγούνταν.-”