Στην παιδική μου ηλικία έχω ανέβει ο ίδιος στο βάθρο για τις αθλητικές μου επιδόσεις καναδυό φορές. Η συγκίνηση για τους γλυκούς καρπούς της επιτυχίας που γεύεσαι την ώρα που σε χειροκροτά το άγνωστο μα τόσο οικείο πλήθος, με λίγες συγκινήσεις συγκρίνεται. Εντούτοις, μεγαλώνοντας έδειξα πρωτοφανή δυσκολία να υψώνω εγώ στο βάθρο τους ανθρώπους. Σύμπασα η νεολαία-και όχι μόνο- δείχνει να γοητεύεται  κατά κανόνα από συγκεκριμένους ανθρώπους.  Εκείνους που μέσα από τις παλινωδίες και τις αντιφάσεις τους, εκπέμπουν μια αύρα που σε προκαλεί να σκάψεις βαθιά μέσα τους στα σκοτεινά δωμάτια των κινήτρων , των παθών και των ορμών τους. Πλάι σε εκείνους , αναπόφευκτα έτρεφα αδυναμία και εκτιμούσα   όσους διαπίστωναν πως το αποτύπωμα μου σε τούτο τον κόσμο δεν είναι μονάχα δακτυλικό . Αλλά κάποτε οι σκιές των δακτύλων μου θα έμεναν ανεξίτηλα ζωγραφισμένες πάνω στη γη.  
 
Όταν έλεγα σε αγνώστους τα καλοκαίρια πως δεν βρέθηκα τυχαία στη Λευκάδα ούτε την επισκέπτομαι ως τουρίστας , μα γεννήθηκα και μεγαλώνω εδώ , βέλαζαν με ενθουσιασμό το πόσο τυχερός θα πρέπει να νιώθω. Πράγματι έτσι ήταν. Όταν στο νησί γλιστρούσαν στην αυγή του 20ού αιώνα αρχαιολόγοι με πολυποίκιλα και αμφιλεγόμενα κίνητρα , πολλοί από αυτούς ήταν πεπεισμένοι πως εδώ βρίσκεται στη πραγματικότητα η Ομηρική Ιθάκη. Γύρισαν τη πλάτη και αποκήρυξαν το σημερινό ομώνυμο νησί θαμπωμένοι από το ατόφιο κάλος των παραλίων που κούμπωναν πληρέστερα με τις ομηρικές περιγραφές στις ραψωδίες της Οδύσσειας. Και ο δάσκαλος μου τα σχολικά χρόνια , Θεόδωρος Πολίτης , όχι μόνο υιοθετούσε αναφανδόν αυτή την άποψη αλλά και ο βίος του ήταν μια πίστη επανάληψη  της Οδύσσειας.  
 
Γεννήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1961. Ο πατέρας του, βαρελάς ως προς το επάγγελμα, άφησε τη λεχώνα να περιμένει για λίγες ώρες για να ασκήσει το δεύτερο πιο πολύτιμο πράγμα που είχε στη κατοχή του εκείνη τη στιγμή. Πριν από τον ρόλο του πατέρα , θεωρούσε τον εαυτό του ως ενεργό πολίτη , έτσι ασκούσε με ανεμπόδιστη συνέπεια το εκλογικό του δικαίωμα. Οι εκλογές εκείνες έμειναν στην ιστορία ως “Εκλογές βίας και νοθείας” , μια συμπύκνωση των παθών του εμφυλίου που είχε προηγηθεί. Μα ολόκληρη η εφηβική ηλικία του παιδιού που γεννήθηκε τη μέρα εκείνη , ήταν μια υπέρβαση των παθών αυτών. Εξαργύρωνε το υστέρημα του πατέρα του και τις δραχμές που έβρισκε χάμω βουτώντας στα βιβλιοπωλεία της γειτονιάς του. Αναζητούσε τις ρίζες που κρατούσαν το ελληνικό έθνος στη θέση του σε διαφορετικά χωράφια. Είχε ρουφήξει τις σελίδες τόσο του Φαλμεράυερ όσο και του  Παπαρρηγόπουλου σε ηλικία μόλις 16. Όμνυε στα ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου μα παράλληλα θελγόταν από το πομπώδες ύφος του Έζρα Πάουντ και την ελληνικότητα του Οδυσσέα Ελύτη.

Όμως ανάμεσα σε αυτά , η μεγαλύτερη του αγάπη ήταν η ίδια η  ελληνική γλώσσα. “ Εδώ μέσα κρύβονται οι ρίζες όσων ψάχνω και εκείνων που με ταλαιπωρούν..” συνήθιζε να λέει. Το μεγαλύτερο προνόμιο για εκείνον ήταν να είναι πάντα ο καλύτερος μαθητής , ώστε να κομπάζει για τις επιτυχίες του στις κοπέλες που θα συναντούσε στη πλατεία αφότου τελείωνε το διάβασμα. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο , κούρνιαζε υπό τη σκιά μιας αιωνόβιας ελιάς και διάβαζε τα μαθήματά του. Λέγεται πως η Λευκάδα δεν είχε ελιές από πάντα. Τις έφεραν στο νησί οι Βενετοί περί το 1500, για να βελτιωθεί το εμπόριο που ούτως ή άλλως ήδη κάλπαζε. Προτιμούσε λοιπόν τα μεσημέρια να θρέφεται με τη γνώση των βιβλίων , μα όσο σοφότερος γινόταν, άλλο τόσο αχόρταγος ένιωθε. Διότι κάθε μέρα θα ήταν περισσότερα εκείνα που δεν πρόλαβε να μάθει , παρά όσα διάβασε . Και η δίψα του για σπουδές Φιλολογίας , να γίνει εν τέλει δάσκαλος που θα μεταλαμπαδεύσει τη σοφία που απέκτησε , υπερκέρασε τη βιολογική του δίψα για νερό. Στις εισαγωγικές εξετάσεις για τη Φιλολογία  Αθηνών , σάρωσε.  
 
Τα χρόνια εκείνα , καθόλου συνήθης δεν ήταν ακόμα η κοινωνική ανέλιξη , οριζόντια ή κάθετη. “Ο γιός μου θα γίνει δάσκαλος!” υπερηφανευόταν η μητέρα στις συναθροίσεις με τις υπόλοιπες λευκαδίτισσες μητέρες στα σαλόνια τους. Ο Θοδωρής νοίκιασε μια τρώγλη στα Ίλίσια , επί της οδού Γεωργίου Παπανδρέου σήμερα. Κατέβαινε στο Πανεπιστήμιο με το λεωφορείο και εργαζόταν το συχνότερο δυνατόν σε διάφορες οικοδομές για να καλύψει τα προς το ζην. Η ευλυγισία και τα μπράτσα που σμίλεψε , όχι μόνο του επέτρεπε να ναρκισσεύεται στο καθρέφτη , αλλά του εξασφάλισε και μια θέση στην ομάδα Ενόργανης Γυμναστικής του Παναθηναϊκού. Ο ακαδημαϊκός στίβος όμως στο Πανεπιστήμιο ήταν υψηλότερου επιπέδου από τον αθλητικό . Ο αφρός των κορυφαίων γλωσσολώγων  που κατακλύζουν σήμερα τα τηλεοπτικά παράθυρα και κοσμούν τις βιβλιοθήκες σας με τα λεξικά τους , βρίσκονταν στα έδρανα των αμφιθεάτρων δίπλα του. Πολλά χρόνια μετά , εμπιστευόταν στους οικείους του , πως “ Οφείλω στον καθηγητή Οικονόμου όχι μόνο την εξέλιξή μου  , αλλά και τη παραμονή μου στο Πανεπιστήμιο. Μόλις με πέτυχε τυχαία να με λούζουν ποτάμια ιδρώτα στην οικοδομή τον Ιούνιο , χάνοντας μάλιστα εξέταση μαθήματος , με φώναξε στο γραφείο του. “ Κύριε Πολίτη. Εσείς δεν δύνασθε να μην παρακολουθείτε τα μαθήματα και να παραμελείτε τις εξεταστικές.  Το οφείλετε στο πνευματικό σας σφρίγος. Με θλίβει να σας βλέπω μες στα τσιμέντα.” Και με φιλοδώρησε με μια γενναία επιταγή που μου εξασφάλιζε για αρκετούς μήνες τα βασικά. “ Κάθε φορά που το αφηγούνταν , δάκρυζε από ευγνωμοσύνη.  
 
Πριν καλά καλά τελειώσει τη σχολή έκανε ιδιαίτερα μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας σε οικογένειες, μυώντας τα παιδιά τους στα κλασσικά γράμματα και προετοιμάζοντας τα για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Έχτισε τη φήμη του και πέρασε το κατώφλι σπιτιών από σημαίνουσες προσωπικότητες της Αθηναϊκής “Αριστοκρατίας”. Καβάλησε το κύμα και άφησε τον απαλό αέρα της εποχής να τον χαϊδεύει. Μόνο εκείνος ξέρει πόσες γυναίκες-ευσεβείς προς τα έξω- εξόχων ανδρών έθελξε με τη γοητευτική του οξυδέρκεια και την σωματική του διάπλαση. Σε πόσα μεταξένια μαξιλάρια με βελουτέ υφή έγειρε τον αυχένα του και πόσες παράνομες επισκέψεις έκανε στα σπίτια αυτά για να απολαύσει τη νόμιμη του έρωτα γεύση. Θεωρούσε πως η εξουσία , η φήμη, το κύρος που είχαν οι σύζυγοι των γυναικών αυτών ήταν το πιο αντιαφροδισιακό χαρακτηριστικό τους. Για άλλα διψάει ο έρωτας, πιο κρυφά και σκοτεινά.. Για τους μαθητές του πάντως , σπάνια δεν ευόδωναν οι εξετάσεις.  “Θα επιτύχεις στις εξετάσεις σου , διότι αν δεν το κάνεις θα έχω αποτύχει εγώ . Και εγώ ουδέποτε αποτυγχάνω” τους έλεγε με στόμφο και ελαφρώς  λευκαδίτικη προφορά που δεν κατάφερε να αποκηρύξει στη πρωτεύουσα. 
 
Τελειώνοντας το Πανεπιστήμιο και με τα μαθήματα που δίδασκε να πληθαίνουν, ένιωθε την ανάγκη να καταλάγιασει. Προτιμούσε να κοιμάται υπό συγκεκριμένη σκεπή , σε συγκεκριμένο κρεβάτι και με συγκεκριμένη γυναίκα. Την Αφροδίτη. Διήγαν βίο ερωτευμένοι και αγαπημένοι. Εκείνη ως γιατρός , είχε τα ίδια στενά χρονικά περιθώρια στο να απολαύσουν τη σχέση τους ως ένα φυσιολογικό ζευγάρι. Μα κάθε φορά που ένιωθαν τα περιθώρια να στενεύουν και να τους πιέζουν σύγκορμους , εκείνοι εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τον ελεύθερο τους χρόνο και φούντωναν τη κοινή φλόγα που θέρμαινε τη ζωή τους. Ταξίδεψαν αμφότεροι για πρώτη φορά στην Ευρώπη , και μάλιστα με αεροπλάνο . Εκείνος την έφερε σε επαφή με τη Λευκάδα και χάθηκαν στα χωριουδάκια της Ελάτης και στο Νυδρί . Εκείνη τον πήγε κακήν κακώς καλοκαιριάτικα για πρώτη φορά στις Σέρρες από όπου καταγόταν. Ήταν η πρώτη φορά για αρκετά πράγματα μεταξύ τους. Ήταν και η πρώτη φορά που ο Θοδωρής πήγε σε κηδεία. Τη δική της.

Είμαι βέβαιος πως αν με άκουγε τώρα να το αφηγούμαι , θα ήθελε να είμαι ευσύνοπτος και να αλλάξω τη κουβέντα ταχέως. Ο καρκίνος έγινε η πιο άρρητη , απαγορευμένη λέξη για εκείνον και του έφερνε δάκρυα. Αν ο διάβολος πράγματι είχε σχέση με την ανθρώπινη φύση , θα ήταν υπό τη μορφή του καρκίνου. Όταν μάζεψε τα κατάλληλα ψυχικά αποθέματα επέστρεψε εσαεί στη Λευκάδα. Παραιτήθηκε στο πατρικό του , έκανε φύλλο και φτερό οποιοδήποτε βιβλίο αφορούσε τα σχολικά εγχειρίδια στη θεωρητική κατεύθυνση και έμαθε απέξω κάθε υποπαράγραφο σε αυτά.  Το να ακονίζει τη μνήμη του με τη κλίση των ρημάτων ήταν το κατάλληλο φάρμακο για να την αποδεσμεύει  από τη θύμηση του κακού που τον είχε βρεί. Η καθημερινότητα του κυλούσε μηχανικά , με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού και κάνοντας μαθήματα . Τότε τον γνώρισα και εγώ.  
 
“Ήρθε η στιγμή να γραφτείς στο φροντιστήριο. Έχουμε ακούσει τα καλύτερα. Μα να ξέρεις είναι αρκετά ιδιότροπος.. Αν αντέξεις , άντεξες” με ενημέρωσε η μητέρα μου ένα αυγουστιάτικο απόγευμα καθώς προέλαυνα στο κατώφλι του Λυκείου. Η φήμη του βέβαια είχε φτάσει πολύ πριν την ανακοίνωση από τη μητέρα μου. Όλοι οι συμμαθητές μου στο γυμνάσιο μίλαγαν για τον περίεργο ροδομάγουλο δάσκαλο που ήταν μεσήλικας μα έμοιαζε τουλάχιστον για 70.Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει και το δέρμα του είχα ζαρώσει δυσανάλογα πολύ. Σχεδόν ντρεπόμουν να ανακοινώσω στη παρέα μου πως θα ξεκινούσα εκεί ιδιαίτερα μαθήματα. Τη πρώτη μέρα που τον επισκέφθηκα είχα έναν αδικαιολόγητο ενθουσιασμό. “ Καλημέρα σας κύριε Θοδωρή”. “Άργησες οκτώ λεπτά. Κάθισε αλλά δεν ήταν καλή αρχή” . Πράγματι δεν ήταν. Μα την επόμενη φορά δεν πήγα αργοπορημένος. Ήμουν ωστόσο τελείως αδιάβαστος. “ Εσύ συγκεκριμένα , κάτι κάνεις πολύ λάθος. Δεν έχεις καταλάβει αν υποτιμάς εμένα ή τον εαυτό σου..”

Από τη στιγμή εκείνη και ύστερα ήμουν πεπεισμένος  να πηγαίνω διαβασμένος και να θάλλουν οι βαθμοί μου στα θεωρητικά μαθήματα. Με τον καιρό , μου έδειξε τον τρόπο να αγαπάω την αρχαία ελληνική γλώσσα και εγώ δε χόρταινα να καταβροχθίζω όσα ήθελε να μου μάθει. “ Αύριο θα έρθεις για μάθημα την βουλυτό ώρα, κατά τον Όμηρο. Δεν θα σου πω πότε ακριβώς είναι. Θα την ανακαλύψεις μόνος σου και σε περιμένω τότε” . Πάντοτε βυθισμένος στη πολυθρόνα του όταν κάναμε μάθημα , φάνταζε σαν ένας εξημερωμένος  ταύρος . Σύρθηκε στην αρένα , έτρεξε , πάλεψε μα τελικά τον ζάλισε ο ταυρομάχος. “ Σας έπεσε ένα πενηντάρικο κάτω..”  τον ενημέρωσα. Όταν τελείωσα το σχολείο και συνέχιζα να τον επισκέπτομαι , μου εξήγησε πως ήταν συνήθης μέθοδος του να πετάει στο προαύλιο του σπιτιού του χαρτονομίσματα και να ελέγχει εκ των υστέρων αν οι μαθητές του θα τα βουτήξουν ή θα του τα επιστρέψουν . “Είναι η δική μου Ιερά Εξέταση..” Η μανία μου , ιδιαίτερα στο τελευταίο έτος του σχολείου , να του ξεδιπλώσω όσα μάθαινα στο διαδίκτυο που αφορούσαν τις ιερές καταγωγές των λέξεων που χρησιμοποιούμε σήμερα , τον έκανε να γαντζωθεί απτό ενδιαφέρον μου. Σπάνια άλλοι μαθητές έδειχναν τέτοια ζέση με όσα είχαν αποτελέσει κινητήριο μοχλό για εκείνον να ασκεί το λειτούργημα του δασκάλου. 
 
Μόλις τελείωσα το σχολείο και επαλήθευσα τη φήμη του για επιτυχία στις εξετάσεις , δόθηκε η ευκαιρία να ξανά γνωριστούμε σε νέα βάση “Έλα φίλε. Συγχαρητήρια για τους βαθμούς σου. Αν θες , πέρνα να πιούμε ένα ουίσκι να μου πεις και τα νέα σου” . Καθίσαμε σε κάτι κατάλευκες πλαστικές καρέκλες στην αυλή του. Απολαμβάναμε το ποτό και την γαλήνη του σεπτεμβριανού ηλιοβασιλέματος. “Όρθιο το φεγγάρι , ξάπλα ο καπετάνιος”, παρατήρησε. Μου εξήγησε με ποιόν τρόπο το σχήμα του φεγγαριού αποτελεί αξιόπιστη πρόβλεψη για τα καιρικά φαινόμενα. Περιμέναμε καταιγίδες.  
 
Όπως κάθε φίλο μου , του φερόμουν σαν ένα ημερολόγιο με ανάσα και σκελετό. Του εμπιστεύτηκα κάθε σκέψη και προβληματισμό μου , μιας και δεν είχε κανέναν άλλον πλην των μαθητών του ώστε να τα μαρτυρήσει. Μα οι υπόλοιποι τον κοιτούσαν σαν μια παράξενη φιγούρα και περίμεναν να τελειώσει το εναμισάωρο ώσπου να επιστρέψουν  στα σπίτια τους. Και εκείνος με τη σειρά του , μου αφηγήθηκε την μέχρι τότε ιστορία του. Ένιωσα σαν να κοιτούσα με τα ίδια μου τα μάτια  στο καλειδοσκόπιο της ζωής του. Ήταν τόσο καθαρογραμμένη η βιογραφία στο μυαλό του, που ανατρίχιασα όπως τη πρώτη φορά που επισκέφθηκα κινηματογραφική αίθουσα και καθόμουν στη μπροστινή σειρά. Μάλιστα , έμενα εμβρόνητος στις πιο συνταρακτικές σελίδες του. “Και γιατί δε πιάσατε τη ζωή από τα κέρατα μετά από την αποφράδα ημέρα ; Να καταπιείτε το πικρό σφηνάκι του πόνου και να αναγεννηθείτε από τις στάχτες σας ; “  Έμεινε αναπάντητο το ερώτημά μου. 
 
“Μεθαύριο είναι τα εγκαίνια του μουσείο του  Άγγελου Σικελιανού. Τον έχεις , υποθέτω , ακουστά.  Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο σπουδαίος μας ποιητής, εδώ πιο κάτω στην οδό Κύπρου  , γεννιέται για δεύτερη φορά μετά από βαθύ ύπνο πολλών ετών. Και τώρα ανοίγει ως μουσειακός χώρος τις πύλες του στο κοινό. Άμα θες , μπορούμε να το επισκεφθούμε και να σου αφηγηθώ την ιστορία του. Δες το , αν θες , ως ένα τελευταίο μάθημα…” Συμφώνησα και επισκεφθήκαμε το μουσείο μαζί. Μαζί με το μουσείο , και ο Πολίτης είχε ζωντανέψει για δεύτερη φορά.  Καθώς ανεβαίναμε στον πρώτο όροφο σταθήκαμε για λίγο στο πλατύσκαλο από όπου διακρινόταν μια πελώρια προσωπογραφία του  Σικελιανού στο τοίχο. Σχεδόν σκιάχτηκα από το υποβλητικό βλέμμα του ποιητή και τον κοιτούσα ενδεής . Η σπηλαιώδης φωνή του ηχούσε στα αυτιά μου προτού καν καταφέρω να αλιεύσω από το διαδίκτυο κάποια σωσμένη ηχογράφηση.  Ο Πολίτης τον κοιτούσε με την ίδια υποβλητικότητα, λες και ήταν άλογα ομόσταβλα που έτρεχαν σε διαφορετικές πίστες μα τους ένωνε κάποιο κοινό μυστικό. “Αυτή εδώ είναι η πένα που λέγεται πως έγραψε ολόκληρο τον Λυρικό Βίο. Κάνε πιο πίσω να δουν και τα κορίτσια..”  Εκτός από δάσκαλος στα γράμματα , φάνηκε πως ήθελε να με μυήσει στις δυσανάγνωστες μα συναρπαστικές σελίδες του θηλυκού γένους.  Πρότεινε σε μια παρέα κοριτσιών να μας συνοδεύσουν μετά την επίσκεψη για ένα δροσερό ούζο παραδίπλα στην οδό Ιωάννου Μελά. Δεν κατάφεραν να μην παρασυρθούν από την ευφράδειά του. 
 
Ήταν πασιφανές , πως ο Θεόδωρος Πολίτης ξανά ζούσε την νεανική του ηλικία από τα δικά μου μάτια. “Μίλα τους βρε παπάρα! Τι περιμένεις ; “ ήταν η συμβουλή του συνοδευμένη με μια ελαφριά σπρωξιά. “Α , και αμόλα κανά Καβάφη που και που. Πάντα πιάνει στο πέσιμο για να κάνεις εντύπωση. “ Λοιπόν κορίτσια δεν μου φαίνεσθε γνώριμες, ντόπιες είστε ; “  “ Όχι όχι , Αθηναίες γεννήματα θρέμματα και επισκεπτόμαστε το όμορφο νησί σας για πρώτη φορά. Το τελευταίο καιρό διανύουμε την φάση της κουλτούρας , εξού και πήγαμε στο μουσείο. Είμαστε , ξέρετε, πρωτοετείς της Φιλολογίας..” “Αθήνα; ” τις διέκοψα κατάπληκτος. “ Ναι! Εσύ; “ “ Σού’φεξε μπαγάσα..” μου σφύριξε ο Πολίτης και χαμογελούσε σαν προπονητής που σκόραρε η ομάδα του σε τελικό κυπέλλου. Η υπόλοιπη νύχτα κύλησε ιδιαίτερα ευχάριστα. Η επιστροφή μου στο σπίτι από το παραλιακό δρόμο , έκανε τον ήχο των κυμάτων που χτυπούν το λιμάνι να παίζουν σε μελαγχολικούς μπλουζ ήχους. Τις επόμενες μέρες θα αποχαιρετούσα οικογένεια , φίλους και τον δάσκαλο που είχα δεθεί , για να φροντίζω πλέον  το δικό μου μυροβόλο κήπο με τα άνθη που με μόχθο φύτεψα.  
 
Στην Αθήνα γεύτηκα την ανεμελιά της φοιτητικής ζωής, παρόλο που δε θεωρείται κατεξοχήν φοιτητική πόλη. Ωστόσο γέμει ευκαιριών. Και πράγματι , η φοιτητική ζωή λειτουργούσε ως σκληρό κέλυφος που αμυνόταν υπέρ των πράξεών μας . Είτε χυνόμουν στα θέατρα για να αποδοκιμάσω ή να χειροκροτήσω την καλλιτεχνική απόδοση ενός έργου , είτε χανόμουν σε υπόγεια πάρτι , όλα γίνονταν με τη συνοδεία της φοιτητικής ανεμελιάς. Είχα νοικιάσει και σε καλή τιμή ένα δυάρι στου Ζωγράφου ώστε να είμαι κοντά στη σχολή. Που και που σκεφτόμουν τι να κάνει ο Πολίτης και αν ήταν η αναζωγόνηση τον παλιό καιρό μονάχα ένα βραχύβιο διάλειμμα από την καθήλωση στο σπίτι και τη καρέκλα όπου δίδασκε. Αλλάζοντας συσκευή και αριθμό τηλεφώνου , έχασα αμ έργον αμ έπος όλες τις αποθηκευμένες μου επαφές . Και να είχε καλέσει εκείνος , δεν θα μπορούσα να το ξέρω. Μα φαίνεται πως δεν μετέφρασα σωστά τη φράση του “ Δες το σαν τελευταίο μάθημα..” . Μιλούσα ένα ήρεμο μεσημέρι στη καθιερωμένη βιντεοκλήση μέσω Skype -εφαρμογή λάφυρο για τις εξ αποστάσεως οικογένειες- με τους γονείς μου , όταν μου το ανακοίνωσαν. “ Ακούσαμε πως το τελευταίο καιρό ο δάσκαλος σου , ο Πολίτης , δεν είναι πολύ καλα. Νοσηλεύεται εδώ στο νοσοκομείο του νησιού. Οι γιατροί λένε , όπως ακούσαμε από συζητήσεις , πως έχει καρκίνο τον οποίο άργησε να διαπιστώσει ή να κοιτάξει κατάματα.. Ποιος ξέρει.. “ . 
 
Μόνο στο άκουσμα της λέξης ένιωθα τη γη να ανοίγει και να με καταπίνει. Προτού καν προλάβω να φιλτράρω την είδηση , έκλεισα το κινητό , γράπωσα μια τσάντα , έχωσα κάτι ρούχα και γάντζωσα ένα μπουφάν. Πήρα το πορτοφόλι , έγδαρα την εξώπορτα στο τοίχο  και πηλαλούσα στα σκαλιά της πολυκατοικίας μέχρι τη πιάτσα των ταξί. Έκανα τα πάντα για να νικήσω το χρόνο και να προλάβω  το τελευταίο πλοίο του δρομολογίου. Ευτυχώς ήταν Σάββατο. Σιχαινόμουν τους πεισιθάνατους ανθρώπους και τις παρόμοιες διακηρύξεις . Μα αδυνατούσα να κατανοήσω αν πράγματι παραιτήθηκε στο άκουσμα της απαγορευμένης λέξης, εκείνος που τόσο θαύμαζα για το φλογερό του βίο, ή απλώς ηττήθηκε κατά κράτος. Μα και αν ο φλογερός του βίος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα πορτραίτο που κληρονόμησε από τα νεανικά του χρόνια, τα χρώματα του οποίου  καθόλου δε θύμιζαν τη μορφή του τα χρόνια μετά την Αφροδίτη;  
 
Το επόμενο πρωί , αμέσως μόλις ενημερώθηκα τις ώρες επισκεπτηρίου, όρμησα προς το νοσοκομείο . Μόνο ένας ευγενικός βραχύσωμος κύριος στεκόταν δίπλα του στη κλίνη. Δεν ήξερα και δεν έμαθα ποτέ το ρόλο που είχε στη ζωή του . Να ήταν κάποιος χαμένος γιός του από τις αμαρτωλές νύχτες του παρελθόντος στα κρεβάτια της άρχουσας τάξης ; Να ήταν αδερφός του ; Μήπως είχε κρυφή ερωτική ζωή και ζούσε με κάποιον άντρα ; Όλα τα πιθανά σενάρια αυτοακυρώθηκαν αλλά και ξεχάστηκαν τη στιγμή που αντίκρισα τη μορφή του με τη μάσκα οξυγόνου. Πάλευε σαν άγριο θηρίο να μη φύγει πνιγμένος από το σάλιο του. Έγνεψε μετά βίας το  τρεμάμενο χέρι του προς το δικό μου. “Χαιρετίσματα..” ψέλλισε και ακούστηκε σαν επιθανάτιος ρόχος. Μπροστά στα μάτια μου , όσο ακουμπούσα με τα δάχτυλα μου τη ψυχρή του σάρκα , ξεψύχησε. “ Όρθιο φεγγάρι , ξάπλα ο καπετάνιος” , σωστά είχε προνοήσει. Και ο καπετάνιος του δικού μου πνευματικού ωκεανού ξάπλωσε μια για πάντα. Στο φέρετρο του άφησα μέσα ένα χαρτί.  Οι στίχοι του Καβάφη , που αποτελούσαν μέχρι σήμερα το ερωτικό μου κάλεσμα , έγιναν τώρα ο επικήδειος λόγος μου. 
“ τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει, 
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν…” 
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως πρέπει να σηκώσω εγώ στον αέρα τη δάδα που άφησε ορφανή. Πήρα την απόφαση να συνεχίσω τη διδασκαλία του.-