Δεν είμαι βέβαιος για την άρρηκτη σχέση της ψηφιακής εποχής με την απομάγευση ,  παρόλο που πολλοί τις θεωρούν ως  πραγματικότητες που σήμερα βαδίζουν παραλλήλως και με την ίδια ταχύτητα . Αυτό για το οποίο  είμαι όμως βέβαιος , είναι ότι  η νοηματοδότηση του έρωτα είναι η σημαντικότερη σωσίβια λέμβος για να σωθείς στον ωκεανό της γενικευμένης απομάγευσης. Και μάλιστα η σημασιοδότηση όχι των μεγάλων χειρονομιών , εκείνων που τόσο υμνήθηκαν και μυθοποιήθηκαν στο παρελθόν, αλλά των απλών καθημερινών, δορικού χαρακτήρα. 
 
    Και με θυμάμαι να κυνηγάω ένα σπινθηροβόλο βλέμμα , ένα νεύμα , μια λέξη την οποία θα καταβρόχθιζα βουλιμικά με μεγάλη προθυμία και θα έδενα τον εαυτό μου στο άρμα ενός μεγάλου νεανικού έρωτα. Παράλληλα, θα είχα μάλιστα βιώσει στο πετσί μου κάτι για το οποίο θα άξιζε μετά από καιρό να χαθεί μελάνι.  
 
    Όποια και να είναι η αλήθεια, τα φωτεινά χρώματα από αυτή την εικόνα λάμπουν ακόμα στο νου μου. Πάντα προτιμούσα στα λεωφορεία να κάθομαι δίπλα απτό παράθυρο για να θαυμάζω ευκολότερα όσα είχε να μου προσφέρει το εκάστοτε δρομολόγιο, με μια υποκριτική μελαγχολία σαν να είμαι ο βασικός ήρωας κάποιας ρομαντικής κομεντί. Η μουσική στα ακουστικά διευκόλυνε το έργο μου να μαγεύομαι και να προσκυνώ όσα βλέπω , ακόμα και αν τα έβλεπα για δέκατη φορά σε μία μέρα. 
 
    Καθώς το λεωφορείο θα έστριβε στην γνωστή στροφή στην Ακαδημία , είμαι σίγουρος πως προσέκρουσε σε κάποιο σαμαράκι και σταμάτησε  απότομα για να διασταυρωθεί το βλέμμα μου με της Ισμήνης , συμφοιτήτριας μου στο Πανεπιστήμιο. Η κατάπληξη εκείνης , που θύμιζε μωρό που αντικρίζει τον εαυτό του για πρώτη φορά στο καθρέφτη , με επιβεβαίωσε πως και εκείνη γνώριζε για τη παρουσία μου . Το λευκό της πρόσωπο με τις κρυστάλλινες γωνίες και τα νοήμονα σμαραγδένια μάτια της με είχαν γοητεύσει από τη πρώτη ημέρα που την αντίκρυσα.  Γνώριζα για τη παρουσία της , χωρίς όμως να γνωρίζω το όνομα της και βεβαίως ούτε εκείνη το δικό μου . Ήμουν εντούτοις πεπεισμένος πως δεν είχα περάσει απαρατήρητος μιας και μιλάμε για το ξεκίνημα της ακαδημαϊκής σεζόν. Μια εποχή όταν οι αισθήσεις είναι τεντωμένες άρα όλοι και όλα μυρίζουν , θεώνται ή αγγίζονται με μεγαλύτερη ένταση από τη συνηθισμένη. 
 
   Όταν τυχαία καθίσαμε σε κάποιο μάθημα με μια σειρά εδράνων διαφορά , έγινε το αυτί μου η πιο μαχητική υπηρεσία πληροφοριών ώστε να γραπωθώ από μια λέξη και να βρω την αφορμή που έψαχνα. «Παίζεις κιθάρα;»  «Σύντομα θα έχω και πτυχίο, αν όλα πάνε βάσει σχεδίου, εσύ;». Δίστασα να της εξηγήσω πως είχα χρόνια να γραντζουνίσω χορδή και το παίξιμο μου σε λίγα διέφερε από τον τρόπο που θα έπαιζε ένα επτάχρονο παιδάκι που πιάνει για πρώτη φορά μια κιθάρα. «Ναι φυσικά, με φωνάζουν Κάρλος Σαντάνα των Σερρών, μα το αφήνω στη κρίση σου αν το λένε ειρωνικά ή όχι».Ύστερα από δική μου προτροπή , αποφασίσαμε με κοινή παρέα να πιούμε ένα ποτό στο κέντρο της πόλης μετά το μάθημα , μιας και είχε κιόλας νυχτώσει. Καταλήξαμε να αναπαύουμε τους κώλους μας στα μαξιλάρια ενός εξαιρετικά κακόγουστου μαγαζιού βρέχοντας τα χείλη μας με μπύρα εξίσου κακής ποιότητας. Σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης προσπαθούσα να τιθασσεύσω τον ενθουσιασμό μου που κάλπαζε είτε λόγω της ενδιαφέρουσας παρουσίας που είχα δίπλα μου , είτε λόγω της επίδρασης της μπύρας.  
 
   Σύντομα η μπύρα κακής ποιότητας έδωσε τη σκυτάλη σε έναν τύπο χειρότερης ποιότητας που κάθισε και τη φίλησε στο στόμα. Κάπως έτσι γνωριστήκαμε ως παρέα με τον επί αρκετά χρόνια γκόμενό της. Αυτοστιγμεί μπήκε ο ενθουσιασμός μου σαν κουστούμι στο βεστιάριο με τους αφόρετους έρωτες της φαντασίας μου. Το αλκοόλ τελικά είχε επιδράσει, και εγώ έβαλα αυθόρμητα τα γέλια. 
 
   Παρόλο που το φλερτ κόπηκε σχετικά απότομα , η αμοιβαία εκτίμηση και η εν πολλοίς κοινή αισθητική ήταν μια αναπόδραστη πραγματικότητα. Και εκεί θα πατούσα για να ξαναφορέσω το κουστούμι που τόσο εύκολα μου έβγαλαν. Μέχρι την κατάλληλη εκείνη στιγμή, το άφησα κλειδωμένο και ποτέ δε χρειάστηκε να το πλησιάσω. 
 
    Περίπου ένα χρόνο μετά και με την επικοινωνία μας να βρίσκεται σε αισθητά χαμηλή συχνότητα , μια έξοδος με την ίδια παρέα που κατέληξε σε άγριο και δαιδαλώδες μεθύσι , μου έδωσε την ευκαιρία να την συνοδεύσω μέχρι το κατώφλι του σπιτιού της για να βεβαιωθώ για την ακεραιότητα της. Άλλο που δεν ήθελε να μου προσφέρει να κοιμηθώ εκεί για παν ενδεχόμενο και άλλο που δεν ήθελα αβίαστα να δεχτώ.  
 
    Είχα καιρό να αισθανθώ πιο μαλακό κρεβάτι. Ο οποιοσδήποτε θα παρακαλούσε να τον ρουφήξει το στρώμα αυτό και να του εξαργυρώσει έναν ονειρικό ύπνο. Μα έχοντας επανακτήσει τις αισθήσεις μου σχεδόν χίμηξα πάνω της όπως μια ύαινα σε ένα κοπάδι από ζέβρες. Με κάθε δαγκωματιά στις ρόγες της που ήταν όλο ρόδι , έβγαζε έναν βρυχηθμό που θα ζήλευε και το πιο θαρραλέο λιοντάρι. Όσο ήμουν από πάνω της έβλεπα τα ολοπράσινα μάτια της να φωτίζουν στο σκοτάδι και μέσα σε μια νύχτα έγιναν το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο ανθίζει η ορμή μου. Ψηλάφισα το κορμί της και δεν ανίχνευσα κανένα σημάδι ενοχής για το αγόρι που απατούσε. Το απολάμβανε ολόψυχα και είχε φορέσει το χαμόγελο των αθανάτων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή διάβαζα στα βιβλία και παρακολουθούσα στις ταινίες για την γοητεία του έρωτα στα κρυφά, μα τώρα το ενσάρκωνα και το γευόμουν με τα ίδια μου τα χείλη. Και αυτό το σκηνικό παιζόταν κατ’επανάληψη για μήνες. 
 
    Υπάρχουν θαρρώ συγκεκριμένες οδοί που μπορούν να ακολουθήσουν οι εραστές τέτοιου είδους. Ο ένας είναι να τρυπώνουν σαν σκώροι στο κοινό τους κρεβάτι και να εκλύουν τη περίσσεια ανδρεναλίνη τους καταβροχθίζοντας ο ένας τη σάρκα του άλλου , ασχολούμενοι τελετουργικά μονάχα με το γεγονός αυτό. Ο άλλος είναι να  ρουφάνε μεν ο ένας τον άλλον , αλλά έπειτα να αφηγούνται εκατέρωθεν τα όνειρα που τους μάσησε ο σκώρος στο διάβα του χρόνου. Μετά την ερωτική σμίξη να κοιτάνε ψηλά το άπειρο και να μοιράζονται τους άπειρους προβληματισμούς τους. Εμείς ασυνείδητα επιλέξαμε έναν τρίτο , οδυνηρό και γεμάτο χαλίκια δρόμο που πατήσαμε πάνω με γυμνά πόδια.  
 
    Ενδεχομένως ήταν τόσα πολλά τα “γιατί” κόπηκε μαχαίρι η επικοινωνία , που το μαχαίρι αυτό το έμπηξε η Ισμήνη στο υπογάστριο της γαλήνης της. Αν το μαχαίρι υπήρχε ήδη , η δια ροπάλου απαγόρευση της συνέχισης αυτού του έρωτα από τη πλευρά μου όξυνε τη λεπίδα του έτι περαιτέρω. Είχε ο κύκλος μας ολοκληρωθεί, είχαμε αμφότεροι διοχετεύσει την ορμή μας , ανοίξαμε διάπλατα τον διαβήτη της καύλας. Και οφείλαμε δειλά δειλά να απομακρυνθούμε. 

 
   Πέρασε σιωπηλά η Άνοιξη αν και αφουγκραζόμουν την εκκωφαντική σιωπή της Ισμήνης. Λέγαμε μονάχα τα τυπικά , για τους τύπους,  μα ποιους τύπους δεν ήξερα και δεν ήξερε. Παρόλο που βδελύσσομαι αισθητά τις ακραίες συναισθηματικές περιπέτειες , καθόλου δεν μου άρεσε να πέφτει αλάτι σε πληγές οι οποίες έχουν και το δικό μου κοκκινωπό χρώμα πάνω τους. Το να μη βάζω ταμπέλες στις σχέσεις μου με συγκεκριμένους ανθρώπους ήταν η άδεια κυκλοφορίας για να νομιμοποιώ πράξεις που ήξερα ότι υστερότερα θα έβαιναν κατά κρημνόν. 
 
   Τον Δεκαπεντάυγουστο εκείνου του έτους είχα αποφασίσει να τον γιορτάσω μαζί με ένα καλό μου φίλο. Σε προορισμό κατά κανόνα άγνωστο και απομακρυσμένο , όπου θα με υποδέχονταν άγνωστοι άνθρωποι σε άγνωστη οικία και θα γλεντούσα με άφθονο αλκοόλ χωρίς αφορμή , θα κάπνιζα αρειμανίως και θα έκανα σεξ με την πρώτη γυναίκα που θα με κοίταζε σαν εξωτικό φρούτο που φύτρωσε στα εδάφη της. Η ιδέα μου πήρε σάρκα και οστά όταν βρέθηκα στη Λάρυμνα Φθιώτιδας  , εκεί όπου το ομορφότερο στολίδι για το οποίο πρέπει να καυχιέται η ντόπια κοινωνία είναι οι σχέσεις μεταξύ της νεολαίας. Πραγματική ισχύς εν τη ενώσει, οι σχέσεις τους θύμιζαν σκληρό μπετόν αρμέ που έχει στεγνώσει και δεν σπάει ούτε με ρόπαλα και σιδερόβεργες. Οι άνθρωποι εκείνοι μου θύμιζαν κάτι που έλειπε από τα γεννοφάσκια μου και γιαυτό με συνήρπασσαν. Αποφάσισα να γίνω ένα με αυτούς και να τους αφήσω να μου μεταλαμπαδεύσουν την αύρα τους. Κάθε μέρα θύμιζε πάρτι , σε ενοχλητικό βαθμό, από το πρωί μέχρι το βράδυ, είτε σε παραλίες είτε κάτω από κάποια στέγη. Αν ο Θεός Διόνυσος αποφάσιζε να εξαργυρώσει λίγες στιγμές στα επίγεια για διασκέδαση, είμαι σίγουρος πως εδώ θα διάλεγε να έρθει. 
 
  Το πρώτο βράδυ η ζάλη από το αλκοόλ και από τη δυνατή μουσική στo υπαίθριο πάρτι – έβρισκαν βλέπετε  αφορμές να γιορτάζουν κάθε μέρα – με ώθησε να κουρνιάσω για λίγη ώρα σε μια ξαπλώστρα για να ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Ένιωσα το κινητό μου να δονείται και την οθόνη του να φωτίζει διακεκομμένα στη τσέπη μου. “Δεν είμαι καλά. Ξέρω ότι δεν σε νοιάζει, άλλωστε ποτέ δεν σε ένοιαξε κάτι πέραν από εσένα. Σύντομα θα τελειώσουν όλα” . Σκατά . 
 
   Παρόλο που ταράχθηκα και ήξερα πως ήμουν στην αφετηρία ενός μεγάλου συναισθηματικού αγώνα , ένιωθα πως δεν ήταν μαλακίες. Αφού με είχα ζέψει σε ένα άρμα που ήθελα ο ίδιος να οδηγώ , έπρεπε ταχύτατα να βρω τον τρόπο να αποδεσμευτώ από αυτό με την Ισμήνη γιατί προχωρούσε με σταθερή ταχύτητα στο γκρεμό. “Δώσε μου λίγες ώρες. Καλύτερα δοκίμασε να κοιμηθείς.” Μόλις σήκωσα το βλέμμα από το κινητό σκέφτηκα πως στη πραγματικότητα συγκρούονται δύο κόσμοι. Από τη μία η αφέλεια στην ευτυχία και από την άλλη η  δυστυχία της συνείδησης. Αλλά  ήταν πράγματι τόσο αφελείς οι ενσαρκωτές της διονυσιακής ζωής αντίκρυ μου ή είχαν ανακαλύψει άθελά τους το νόημα της ζωής; Και ταυτόχρονα, πως μπορεί ένας ικανότατος άνθρωπος να κυλάει τόσο εύκολα στην έσχατη δυστυχία και να θέλει να τερματίσει αυτό που τώρα βιώνει ;  
 
   Δανείστηκα ένα αμάξι ενός τύπου που μόλις γνώρισα για να κάνω την απόσταση 80 περίπου χιλιομέτρων εν μέσω της νυκτός. Υπήρχε όμως το πρόβλημα πως δεν ήξερα να οδηγάω . Ούτε καν είχα αποτκήσει δίπλωμα για αυτοκίνητο. Είχα λεφτά για βενζίνη , τόσο όσο . Οι σκέψεις αυτές όμως ήταν πολύ υστερόχρονες της απόφασης μου. Κανένα πρόβλημα δεν αντιμετώπισα με την οδήγηση , ούτε στάθηκαν αστυνομικοί ανάχωμα στο ταξίδι μου. Έβαλα στη διαπασόν του ραδιοφώνου καγκούρικη μουσική για να με αποδεσμεύσει από αρνητικές σκέψεις , δεύτερες σκέψεις και εν γένει προβληματισμούς.  
 
    Πιθανώς καταπατώντας τους κανόνες της δέουσας ταχύτητας- άλλωστε δεν είχα μάθει και ποτέ το επιτρεπόμενο όριο – έφτασα στο σπίτι της. Το σώμα της θύμιζε άδειο κουφάρι με το οποίο επέτρεπε στον εαυτό της να παίζει , το πρόσωπο είχε χλωμιάσει και τα μάτια της έφερναν σε σβησμένη λαμπάδα μετά την Ανάσταση. Δεν θύμιζαν σε τίποτα τους πράσινους κεραυνούς που είχα συνηθίσει να κοιτώ.  Ήταν στο τσακ να αποδεχτεί την ήττα της με τα ακάλεστα θηρία… 
 
    Αφού την έντυσα με ρούχα απλά για τη περίσταση, της μίλαγα με ψυχραιμία και την έκανα να χαζογελάει με ο,τι μαλακία μου κατέβαινε εκείνη την ώρα για να σπάσω τον πάγο , την έβαλα στο αμάξι και επιστρέψαμε στο χωριό της Λάρυμνας όπου ήμουν πριν. Ομολογώ πως ήταν η πρώτη και μοναδική λύση που μου ήρθε στο μυαλό, και εκείνη ευτυχώς τη δέχτηκε ασυζητητί.          
 
    Όπως το είχα προβλέψει , το συγκεκριμένο πάρτι όχι μόνο συνεχιζόταν αλλά η μουσική είχε δυναμώσει. Οι σοροί από μεθυσμένα τομάρια και εμετούς δεν εμπόδισαν τον εορτασμό από το να θάλλει. Είχαν μάλιστα ανάψει και φωτιά σε ασφαλή απόσταση τόσο από τη βλάστηση όσο και από τα ελαφρά κύματα  , πάνω στην αμμουδιά. Καθίσαμε δειλά δειλά μπροστά από τη φωτιά και μοιραστήκαμε την ίδια μπύρα. «Θα σου αρέσει εδώ» , της είπα.  «Ανέκαθεν σνόμπαρα τέτοιους τύπους, αλλά φαίνεται πως κάτι κάνουν σωστά» . Αμέσως μόλις είδαν μιαν άγνωστη πλην όμορφη κοπέλα πλησίον τους ,  βγήκε αντανακλαστικά στην επιφάνεια η αρχέγονη φιλοξενία της παρέας. Τη γράπωσαν σχεδόν βίαια από το  μπράτσο να τη σύρουν στο χορό. Στην αρχή τους κοιτούσε αμήχανα μα στη συνέχεια ενέδωσε και χόρευε σαν το παρδαλό κατσίκι.. Το λευκό ολόδροσο δέρμα της ξεχώριζε μέσα στα ηλιοψημένα σκληρά κορμιά των υπολοίπων. 
 
    Μόλις κουράστηκε , όρμησε στη θάλασσα και βυθίστηκε εξιλεωτικά εντός της. Αναδύθηκε από τα σπλάχνα της θάλασσας σαν γοργόνα, με πλησίασε μπροστά στη φωτιά και κάθισε δίπλα μου οκλαδόν. «Είχες δίκιο για τους τρελούς. Φαίνεται πως έχουν κάτι ξεχωριστό». Δεν απάντησα.  
 
    Το ματωμένο φεγγάρι εκείνης του αυγουστιάτικης νύχτας βοηθούσε να επουλωθεί κάθε ανθρώπινη πληγή.   Η φλόγα που έκαιγε μπροστά μας φώτισε τα μάτια της. Τα χάζευα πως φόρτιζαν ξανά εκ του μηδενός και  ανακτούσαν ένα κομμάτι από τη χαμένη λάμψη τους. Μικρές χειρονομίες θέλει τελικά ο έρωτας και η ζωή.
  Τα χείλη της  Ισμήνης είχαν δανειστεί την αλμύρα της θάλασσας. Μα ποτέ δεν είχα γευτεί πιο γλυκό φιλί πριν από εκείνο .-