Σ’ αυτό το καπνισμένο ταβερνάκι
που με το σούρουπο μαζεύονται οι ναύτες
και διασκεδάζουν οι παρέες της ξενοιασιάς,
γλίστρησα ένα βράδυ λαχταρίζοντας
μήπως σε βρω μες στους καπνούς και τα τραγούδια.

Μα ήταν γυμνό δίχως εσέ το ταβερνάκι,
ήταν απάνθρωπα τα ξένα μάτια
και τα τραγούδια βούιζαν τόσο τρομαχτικά,
που γλίστρησα και πάλι απαρηγόρητος
στις γειτονιές της εγκατάλειψης να ξεχαστώ.