Το ποίημα του T.S. Eliot Το Ερωτικό Τραγούδι Του Τζ, Αλφρεντ Προύφροκ εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1915 στο περιοδικό “Poetry”, Vol VI, No III [Eliot, T.S. The Love Song of J. Alfred Prufrock, in Monroe, Harriet (editor), Poetry: A Magazine of Verse (June 1915), 130 – 135) και στη συνέχεια εκδόθηκε στο βιβλίο Prufrock and Other Observations (London: The Egoist Ltd, 1917) με  άλλα έντεκα ποιήματα. Με τη δημοσίευση του πρωτόλειου αυτού ποιήματος είχε ήδη αναγνωριστεί η νεωτερική ιδιοφυΐα του Eliot και η τομή που πραγματοποίησε στην ποίηση του με τη χρήση μοντέρνων υφολογικών τεχνικών, όπως ο ελεύθερος αλλά ρυθμικός στίχος, η συνειρμική γραφή, η διακειμενικότητα, η υπαινικτικότητα και ελλειπτικότητα ως μέσα παρουσίασης θραυσμάτων εμπειρίας.

Η προμετωπίδα του ποιήματος προέρχεται από την “Κόλαση”της Θείας Κωμωδίας του Δάντη (κάντο 27, στ. 58 – 63) καθιστώντας ως θέμα το πρόβλημα της εξομολόγησης γύρω από το οποίο οικοδομείται το ποίημα. Γραμμένο σε μορφή δραματικού μονολόγου, απευθύνεται σε κάποιον σιωπηλό ακροατή και συμπυκνώνει την αίσθηση της διασπασμένης ατομικότητας που παράγει η νεωτερικότητα του Eliot.

Κι αν θα μπορούσα να τολμήσω;

Και πως θα έπρεπε ν’ αρχίσω;

Ο Προύφροκ επιθυμεί να αρθρώσει δημόσια τις μύχιες σκέψεις του και την ερωτική του επιθυμία προς μια γυναίκα, αλλά ταυτόχρονα διαρκώς το αναβάλει. Έτσι, αναδεικνύεται η δυσκολία της ουσιαστικής επικοινωνίας και το ατελέσφορο των σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπους που ασφυκτιούν μέσα στο περίκλειστο αστικό περιβάλλον. Το ποιητικό υποκείμενο, κυριευμένο από συγκρούσεις και αμφιθυμία, βλέπει τον εαυτό του ως αντικείμενο θέασης και ορισμού του από τους άλλους.

Τα βλέμματα που σε καρφώνουν σε μια φράση τυπική,

κι’ όντας τυπικός, σε μια καρφίτσα, απλωμένος

στον τοίχο στριφογυρίζοντας καρφιτσωμένος,

τότε ν΄αρχίσω πώς

να φτύνω των ημερών και των τρόπων μου τα ρετάλια όλα;

Και να τολμούσα, πώς;

Το πρόβλημα της εξομολόγησης, ωστόσο, υπερβαίνει τους στενά ερωτικούς όρους για να σηματοδοτήσει την αίσθηση φόβου, ματαιότητας και διάσπασης του ανθρώπου, ο οποίος βιώνει τη ματαιότητα και τη θνητότητα του.

Τολμώ;

το σύμπαν να ταράξω;

Για μια στιγμή υπάρχει χρόνος

γι αποφάσεις κι αναθεωρήσεις που θ’ ανατρέψει μια στιγμή.

Για όλα όσα έχω γνωρίσει, γνωρίζοντας τα όλα –

γνωρίζοντας τα πρωινά, τ’ απόβραδα, τα δειλινά,

έχω μετρήσει τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ·

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το συγκεκριμένο μοντερνιστικό ποίημα συνομιλεί με τη ρομαντική ποίηση, ενισχύοντας το επιχείρημα ότι η μοντερνιστική ποίηση, αν και αποκλίνει, δεν είναι αντίθεση αλλά απόληξη του ρομαντισμού [βλ. το κείμενο του Ράνταλ Τζάρελ “Το τέρμα της διαδρομής” στο http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/education/european/movements/modernism/04.html]. Η επίκληση της φύσης – της θάλασσας – ως καταφυγίου από το ασφυκτικό αστικό περιβάλλον, ανακαλεί τον ρομαντισμό. Η συνειρμική καταβύθιση του ποιητικού εγώ σε θαλασσινά δώματα πλάι σε γοργόνες αντιπροσωπεύει μια τάση φυγής από την αλλοτριωτική ανθρώπινη κοινότητα που τον “πνίγει”. Κοινά στοιχεία του Eliot με τους ρομαντικούς είναι, επίσης, το αποσπασματικό, η φαντασίωση, το πέρασμα του χρόνου, η απαισιοδοξία και η ματαίωση. Στον Eliot, όμως, δεν υπάρχει μεταφυσική παρηγορία καθώς δεν κατασκευάζει ένα ανώτερο σύστημα ιδεών και μεταφυσικής ενότητας που να προσδίδει νόημα στην ύπαρξη. Το αίνιγμα της ουσίας της ζωής θα παραμένει προς διερεύνηση και θα απασχολεί την τέχνη.

Έχω ακούσει τις γοργόνες να τραγουδούν, μία προς μία

Δεν νομίζω πως θα τραγουδήσουνε σε μένα.

Τις έχω δει στην ακροθαλασσιά στα κύματα καβάλα

χτενίζοντας τη λευκή χαίτη των κυμάτων στη θαλάσσια αύρα

τα νερά σηκώνοντας ο άνεμος άσπρα και μαύρα.

Στα δωμάτια της θάλασσας με θαλασσοκόριτσα

στεφανωμένα με φύκια καφεκόκκινα ξεχαστήκαμε

μέχρι που ανθρώπινες φωνές μάς ξυπνούν, και πνιγήκαμε.

*Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2017)