Πριν περίπου έναν χρόνο έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό η στιχουργός Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, με αφορμή την ταινία «Ευτυχία» σε σκηνοθεσία του Άγγελου Φραντζή βασισμένη στο βιβλίο «Η γιαγιά μου η Ευτυχία» από την εγγονή της Ρέα Μανέλη.

Η Ευτυχία γεννήθηκε το 1893 στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας και ήρθε στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή, ήταν δασκάλα, ηθοποιός για σχεδόν 20 χρόνια, ποιήτρια και στιχουργός. Στην ταινία, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στη ζωή της στιχουργού και κυρίως, στον διωγμό από την Μικρά Ασία, στο θάνατο της μητέρας της, του συζύγου της Γιώργου Παπαγιαννόπουλου και της κόρης της Μαίρης Νικολαΐδου, αλλά και στo μεγάλo πάθος της για τα χαρτιά, που ήταν για εκείνη τρόπος διαφυγής.

 

«Γράφω όταν με πνίγει μια παλιά θύμηση, όταν με βαραίνει ο πόνος» είχε πει η ίδια σε συνέντευξή της «Για μένα το γράψιμο είναι ένας τρόπος να ξεφύγω απο τούτο το θλιβερό περιβάλλον. Στην ηλικία μου βλέπεις, ο άνθρωπος ζει με τις αναμνήσεις και οι δικές μου είναι πολύ πικρές».

Οι στίχοι της ήταν καταφύγιο για εκείνη, όπως και για τον κόσμο μια ανταλλαγή αναμνήσεων με τρόπο απλό και ειλικρινή. Το ύφος που έγραφε, η αμεσότητά της, ο έντονος, αληθινός και αυθεντικός χαρακτήρας των στίχων της καθόρισαν τη βάση του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

 

Μπορώ να πω ότι την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν την γνώριζα. Μέσα από την «Ευτυχία» αυτό που με εντυπωσίασε ήταν το σθένος και η τάση της να αντιστέκεται σε οτιδήποτε την περιόριζε, η δύναμή της να ζήσει τη ζωή της όπως εκείνη ήθελε και να διακριθεί σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο, ο τρόπος που μετουσίωνε τα δικά της βάσανα σε στίχους, άλλα και η επικοινωνία της με τους ανθρώπους μέσα στο καιρό της μεταπολεμικής Ελλάδας. Δυστυχώς, όμως, ακόμα και σήμερα πολλές δημιουργίες της παραμένουν άγνωστες, καθώς μεγάλο μέρος των δημιουργιών της δεν είναι καταχωρημένο στο όνομά της.

 

Η Πατρίδα – 1971

Θέλω να γυρίσω πίσω

μα καράβι που να βρω

στη πατρίδα να πατήσω

την μανούλα να φιλήσω

την καλή μου για να δω,

στη πατρίδα να πατήσω

την μανούλα μου να δω.[…]

 

Αρκετές φορές μέσα από τους στίχους και τις συνεντεύξεις της μας γνωστοποίησε τον πόνο του ξεριζωμού και την αγάπη για την πατρίδα της μιλώντας με νοσταλγία για αυτή. Σε συνέντευξή της η ίδια έχει πει «Μας ξεριζώνουν απ’ την ίδια μας τη γη. Ξαφνικά ακούγεται φοβερό βουητό, δίνεται το σύνθημα, αρχίζει το ποδοπάτημα, ποιος θα προλάβει να πρωτομπεί μες στο καράβι, σε σπρώχνουν, σε πονούν. Και έρχονται καράβια και μια θάλασσα άγρια σαν να θέλει να σε πνίξει κι αυτή μες στον καημό σου».

 

«Τι να σας πω εγώ; Μιλάνε τα τραγούδια μου» Τα τραγούδια της κρύβουν τον πόνο, την ανάμνηση όλης της ζωής της. Ο θάνατος της μητέρας, του συζύγου της και ιδιαίτερα της κόρης της Μαίρης σε ηλικία 45 ετών ήταν γεγονότα που καθόρισαν τη ζωή της όπως φαίνεται από τα τραγούδια της.

 

Καημένη μάνα

Μανούλα μου η μοίρα σου

δεν σ’ άφησε να ζήσεις

να καμαρώσεις το παιδί

που βασανίστηκες πολύ

ώσπου να τ’ αναστήσεις.[…]

Δύο πόρτες έχει η ζωή – 1958

Όλα είναι ένα ψέμα

μια ανάσα μια πνοή

σαν λουλούδι κάποιο χέρι

θα μας κόψει μιαν αυγή […]

 

Ιδιαίτερα για ένα από τα πιο γνωστά της τραγούδια «Δύο πόρτες έχει η ζωή» η ίδια αναφέρει ότι «Μέσα σε αυτό το τραγούδι, ένιωσα για πρώτη φορά την οδύνη, σαν χάνεις μια αγαπημένη ύπαρξη και ύστερα μένεις μόνη. Σε αυτούς τους στίχους έχω κλεισμένη όλη μου τη ζωή – ή μάλλον τη ζωή της ζωής μου, την κόρη μου τη Μαίρη»

 

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου συνεργάστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες της εποχής, όπως τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Μάνο Λοΐζο, τον Μανώλη Χιώτη, τη Βίκυ Μοσχολιού και άλλους σπουδαίους δημιουργούς. Έφυγε στις 7 Ιανουαρίου το 1972.

 

 

“— Τι νομίζετε κυρία Παπαγιαννοπούλου πως υπάρχει πέρα από την ανάμνηση στη ζωή;

Αλίμονο στον άνθρωπο που ζει με αναμνήσεις. Είναι σωστός θάνατος, όταν θυμάσαι τις ευχάριστες μέρες που δεν θα ξανάρθουν.”

 

(Απόσπασμα αναδημοσίευσης της Lifo.gr από συνέντευξη της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ το 1970)