Η ταινία Vertigo – Δεσμώτης του Ιλίγγου είναι ψυχολογικό θρίλερ αμερικανικής παραγωγής του 1958 σε σκηνοθεσία Alfred Hitchcock. Το σενάριο υπογράφουν οι Samuel A. Taylor και Alec Coppel, βασιζόμενοι στο αστυνομικό μυθιστόρημα των Boileau-Narcejac, ‘D’entre les morts’ ενώ τη μουσική σύνθεση ανέλαβε ο επιδραστικότερος συνθέτης του σινεμά, Bernard Herrmann.

ARVE Error: need id and provider

 

Η υπόθεση αφορά τον έρωτα του John ‘Scottie’ Ferguson (James Stewart) – ενός πρώην ντετέκτιβ – για την Madeleine Elster (Kim Novak)• μία γοητευτική μα, ταυτόχρονα, αλλοπρόσαλλη γυναίκα. Ο Χίτσκοκ, ήδη από την εισαγωγική σκηνή, μας δικαιολογεί τον τίτλο που επέλεξε για την ταινία. Ο ήρωας μας, υποφέρει από ακροφοβία η οποία του δημιουργεί ίλιγγο και θα σταθεί ως η βασική αφορμή για να παραιτηθεί από την δουλειά του αφού ως βαθύτερα αίτια παρουσιάζονται τα αισθήματα ενοχής που βιώνει για τον θάνατο ενός συναδέλφου, ο οποίος στην προσπάθεια του να σώσει τον ήρωα μας κατά τη διάρκεια μίας καταδίωξης ενός εγκληματία, έπεσε στο κενό. Στην συνέχεια, ένα πρόσωπο από το παρελθόν του Scottie κάνει την εμφάνιση του, αναθέτοντας του μία προσωπική υπόθεση που δεν θα είναι άλλη από την παρακολούθηση της ηρωίδας μας η οποία τον τελευταίο καιρό συμπεριφέρεται αλλόκοτα. Κατά την διάρκεια της παρακολούθησης, ένα ατυχές γεγονός θα φέρει κοντά τους δύο ήρωες, οι οποίοι θα ερωτευτούν. Η υπόθεση μοιάζει ιδιαίτερα απλοϊκή. Τι σπουδαίο μπορεί να παρακολουθήσει κανείς σε μία τόσο κλασική αφήγηση; Ο Χίτσκοκ, όμως, φαίνεται να έχει προαποφασίσει ότι σε αυτή τη ταινία τίποτα δεν θα είναι όπως ακούγεται ή, κυρίως, όπως φαίνεται.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του προσωπικού ύφους του Άλφρεντ Χίτσκοκ που συναντάμε στην εν λόγω ταινία είναι η οπτικοποίηση του συναισθήματος, το σασπένς, η έκπληξη και ένα ιδιαίτερο MacGuffin. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο μας δίνονται είναι πέραν του αναμενόμενου. Αρχικά, τα συναισθήματα των ηρώων μας παρουσιάζονται μέσω των βλεμμάτων ή των κινήσεων τους ενώ μας αφήνει απόλυτα αδαείς ως προς τις σκέψεις του. Παράλληλα, το πρόβλημα του John μας υπενθυμίζεται διαρκώς, κυρίως μέσω της επιλογής κομμώσεως της ηρωίδας, μη επιτρέποντας μας να το ξεχάσουμε αφού θα είναι το βασικό αίτιο όλων όσων θα διαδραματιστούν στην συνέχεια.

Η ταινία χωρίζεται σε δύο αφηγηματικά μέρη τα οποία παρόλο που φαίνεται να ακολουθούν κυκλική αφήγηση και να καταλήγουν στο ίδιο σημείο, ο τρόπος με τον οποίο κάθε φορά κλείνει ο αφηγηματικός κύκλος είναι αδύνατον να μην κάνει τον θεατή να κρατήσει την ανάσα του. Η σπουδαία ανατροπή ως προς το χτίσιμο που σασπένς, το οποίο σταδιακά κλιμακώνεται, είναι ότι σε αυτήν την ταινία χρησιμοποιεί και το στοιχείο της έκπληξης. Στο πρώτο μέρος, η Madeleine αυτοκτονεί ενώ το πρόβλημα του Scottie επανέρχεται στο προσκήνιο αφού τον αποτρέπει στην προσπάθεια του να την σταματήσει. Θα ανέμενε κανείς ότι αυτό θα σήμαινε και το τέλος της ταινίας. Αντιθέτως, η ταινία συνεχίζεται κι ο θεατής μένει να αναρωτιέται πώς κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να συμβαίνει. Μεταφερόμαστε, λοιπόν, στην ψυχιατρική κλινική που βρέθηκε ο Scottie αφού οι εφιάλτες που του προκαλούν τα αισθήματα ενοχής για τον θάνατο της αγαπημένης του, του στοιχίζουν την ψυχική του ισορροπία.

Στο άνοιγμα του δεύτερου μέρους, το οποίο στην ουσία ξεκινάει αφότου ο ήρωας μας αντικρίζει την Judy Barton (Kim Novak σε διπλό ρόλο), το στοιχείο της έκπληξης παραμένει αλλά αυτή τη φορά συνοδευόμενο από αμφισβήτηση για το αν είναι η ίδια κοπέλα ή μαζί με τον ήρωας μας τρελαθήκαμε κι εμείς και βλέπουμε ξαφνικά φαντάσματα. Ο Χίτσκοκ, αποφασίζει να παίξει ακόμη περισσότερο με το κοινό.

Η αφήγηση ξεκινάει με τα βασικά αφηγηματικά μοτίβα που χρησιμοποίησε στο αρχικό μέρος ενώ μέρη και αντικείμενα παρουσιάζονται ξανά, προκαλώντας αισθήματα ταύτισης. Το κοινό βρίσκεται στην ίδια θέση με τον ήρωα μέχρι τη στιγμή που του δίνεται η ευκαιρία να διανύσει το επόμενο βήμα. Ο Χίτσκοκ του χαρίζει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προκειμένου να κατευνάσει τις αμφιβολίες του και να το ενημερώσει ότι σωστά υπέθεσε. Στο σημείο αυτό, ξεκινάει ο δεύτερος γύρος χτισίματος του σασπένς αφού, πλέον, ο θεατής αναρωτιέται ποια θα είναι η αντίδραση του ήρωα όταν θα ανακαλύψει την αλήθεια. Ο ήρωας μας, όμως, πέραν του ότι τίποτα απολύτως δεν έχει αντιληφθεί, αποφασίζει να μετατρέψει την Judy σε Madeleine. Εδώ, είναι που μπαίνει και το στοιχείο της νεκροφιλίας το οποίο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν η Judy εξερχόμενη από το μπάνιο παρουσιάζεται εντός ενός μεταφυσικού σκηνικού, σαν να επιστρέφει από τον κόσμο των νεκρών. Κι ενώ, μέχρι στιγμής, όλα φαίνεται να κυλούν φυσιολογικά το MacGuffin -που δεν είναι άλλο από το περιδέραιο- επανέρχεται στο προσκήνιο λόγω του ότι η Judy κάνει το λάθος να το φορέσει.

 

Ο ήρωας μας, δίχως να το ομολογήσει έχει, πλέον, αντιληφθεί την απάτη που διενεργήθηκε εις βάρος του και αποφασίζει να κατευθυνθεί ξανά στο σημείο όπου έκλεισε το πρώτο μέρος. Εκεί, θα πληροφορηθεί την αλήθεια κι ενώ όλοι αγωνιούμε για το αν θα την πετάξει στο κενό σε μία στιγμή εξαλλοσύνης, την αγκαλιάζει και την φιλάει. Ο Χίτσκοκ, όμως, έχει ακόμη έναν άσο στο μανίκι του και θα τον χρησιμοποιήσει παραπλανώντας για τελευταία φορά τον θεατή μονάχα για να του χαρίσει ένα τέλος μεγαλειώδες.