όταν ήμουν παιδί
μια από τις ερωτήσεις που έκαναν ήταν,
«θα προτιμούσες να φας ένα κουβά σκατά
ή να πιείς ένα κουβά κάτουρα;»
Νόμιζα ότι ήταν εύκολο.

«αυτό είναι εύκολο», είπα, «θα πάρω τα
κάτουρα.»

«ίσως σε βάλουμε να κάνεις και τα δύο»,
μου είπαν.

Ήμουν το νέο παιδί στη γειτονιά.

«ω ναι», είπα.
«ναι!» ξεφώνισαν αυτοί.

ήταν τέσσερις από αυτούς.
«ναι», είπα, «εσύ και ποιανού ο
στρατός;»
«δεν χρειαζόμαστε κανένα στρατό», είπε
ο μεγαλύτερος.
Χτύπησα με τη γροθιά μου το
στομάχι του.

Μετά από αυτό, και οι πέντε ήμασταν στο πάτωμα και πλακωνόμασταν.
έμπαιναν ο ένας στον δρόμο του άλλου
αλλά και πάλι, ήταν περισσότεροι.
Κατάφερα να ελευθερωθώ και άρχισα να τρέχω.

«Αδερφή! Αδερφή!» μου φώναξαν.
«πας σπίτι στη μαμάκα;»
Εγώ συνέχισα να τρέχω.
είχαν δίκιο.

Έτρεξα όλο το δρόμο ως το σπίτι μου,
περνώντας από το δρομάκι της εισόδου και πάνω στη
βεράντα και μπαίνοντας μέσα στο
σπίτι
όπου ο πατέρας μου χτυπούσε
τη μητέρα μου.

Εκείνη ούρλιαζε.
Υπήρχαν σπασμένα πράγματα στο πάτωμα.
Όρμησα στον πατέρα μου προσπαθώντας να τον χτυπήσω.

Δοκίμασα να τον φτάσω, αλλά ήταν πολύ ψηλός,
το μόνο που μπορούσα να χτυπήσω ήταν τα
πόδια του.
Τότε με μια αναλαμπή κόκκινου και
μοβ και πράσινου
έπεσα στο πάτωμα.

«μαλακισμένο!», είπε ο πατέρας μου,
«μην ανακατεύεσαι!»
«Μην χτυπάς το αγόρι μου!» φώναξε η μητέρα μου.

αλλά εγώ ένιωθα καλά γιατί ο πατέρας μου
δεν χτυπούσε πια τη

μητέρα μου.

για να σιγουρευτώ, σηκώθηκα και του όρμησα πάλι,

προσπαθώντας να τον χτυπήσω.
μετά από άλλη μια αναλαμπή χρωμάτων
ήμουν ξανά στο πάτωμα.
όταν σηκώθηκα πάλι
ο πατέρας μου καθόταν σε μια καρέκλα
και η μητέρα μου σε
μια άλλη
και οι δύο απλά καθόντουσαν εκεί
κοιτάζοντάς με.

Κατέβηκα από το χολ
στο δωμάτιο μου και κάθισα στο
κρεβάτι.
Αφουγκράστηκα για να σιγουρευτώ ότι
δεν υπήρχαν πλέον άλλοι ήχοι
από ξυλοδαρμό ή κραυγές
εκεί έξω.
μετά δεν ήξερα τι να
κάνω.
δεν ήταν καθόλου καλά έξω
και δεν ήταν καθόλου καλά
μέσα.
έτσι, απλά κάθισα εκεί.


τότε είδα μια αράχνη να φτιάχνει έναν ιστό
στο παράθυρο
Βρήκα ένα σπίρτο, πήγα προς τα κει,
το άναψα και έκαψα την αράχνη.
τότε ένιωσα καλύτερα.
πολύ καλύτερα.

Ποίημα από τη συλλογή Best American Poetry 1994 (Touchstone, 1994)

Μετάφραση: Γέρου Ιωάννα