Νυχτερινό

Απόψε σε φαντάζομαι λευκότερη απ’ τα κρίνα,
μες στο σκοτάδι το πηχτό. Σαν κάποια αγνή θεότη
στο μαύρο φόντο της νυχτιάς λαμποκοπάς. Μ’ αχτίνα
μοιάζεις που ο Φοίβος φεύγοντας λησμόνησε στα σκότη.

Ναι, σε θωρώ. Απ’ τον ουρανό ξεφεύγουνε τ’ αστέρια
και σαν πετράδια ατίμητα στολίζουν τα μαλλιά σου.
Ο Γαλαξίας άσπρο φως στα μάγουλα, στα χέρια
σου χύνει· μες στο γάλα του βουτά την ομορφιά σου.

Νά και τα μαύρα μάτια σου! Τα βλέπω: σιγανοίγουν
εκεί ψηλά στη σκοτεινιά, μεγάλα, ογρά, θλιμμένα·
σαν δυο ποτάμια φωτερά τα βλέμματά μας σμίγουν:
εσύ κοιτάζεις μένανε κι εγώ κοιτάζω εσένα.

Από το στόμα σου φωνή δε βγαίνει, μα μου κρένεις.
Τα δακρυσμένα μάτια σου: «Τραγουδιστή», μου λένε,
«μην τραγουδάς, κι είναι κοντά η μέρα που πεθαίνεις».
Αυτά μού λεν τα μάτια σου, τα μάτια σου που κλαίνε