Στην μεγάλη μας παράσταση

είχαμε κοινό μικρό

μα δύσκολο:

Τους δικούς μας ανθρώπους μόνο.

Η μεγάλη μας παράσταση

είχε για σκηνικό την αυλή σου,

εκτυλισσόταν μια μεταλλαγμένη Άνοιξη

που έφερνε σε καλοκαίρι

και για κοστούμια

(νομίζω) βάλαμε κάτι ασιδέρωτα

λινά πουκάμισά σου.

Η μεγάλη μας παράσταση

γράψανε πώς: “τίποτα δεν ήτανε σπουδαίο.

Εμείς όμως, ξέραμε,

ότι είχε μεγάλο φινάλε

γιατί όταν όλοι φύγανε απηυδισμένοι

με τα καμώματά μας,

εμείς μείναμε στη σκηνή

και μειδιώντας

χειροκροτήσαμε τους εαυτούς μας.

Κι ύστερα ήσυχα

ενώσαμε τα χέρια μας,

σταυρώσαμε τα βλέμματά μας,

κι αντέξαμε να πούμε

δεν πειράζει

υποκλινόμενοι βαθιά

στον ανάπηρο

έρωτά μας.